4/4/14

το λακάκι στον κρόταφο η φύση το φτιαξε για την κάνη;


Εδώ που βρίσκομαι ένα αμόνι αν πέσει δε θα χρειαστεί εννιά νύχτες για να φτάσει, όπως λέει ο Ησίοδος στη Θεογονία. Ποια Θεογονία δηλαδή και ποιες εννιά μέρες; Εδώ όλα έχουν ήδη φτάσει. Κι όλα είναι γήινα. Το πρώτο τραίνο των Αθηνών θα περάσει το συρμό στις 4:59 ξεστομίζοντας επαναληπτικά μια τρισύλλαβη λέξη αγνώστων λοιπών στοιχείων: γκούκουντάπ, γκούκουντάπ. Είπαμε εδώ τα πράγματα μοιάζουν ξερά, χωρίς μεταφυσική. Εκτός. Εκτός κι αν το γκούκουντάπ είναι ένα επικό ποίημα που έρχεται από τα άγνωστα και σκοτεινά βάθη της Βησιγοτθίας. Κάναν λογοτεχνία οι Βησιγότθοι;

Ξεκουλουριάζεσαι, τοποθετείς το γόνατο στη γάμπα, βάζεις τον καρπό στον αγκώνα σου, χώνεις το κεφάλι στο λαιμό σου και στέκεσαι πάλι στα πόδια σου, καθώς τα γυάλινα μάτια σου θαμπώνουν ραγδαία από την υγρασία. Τώρα περπατάς απαθής στα σκοτεινά σοκάκια γύρω από την Ακρόπολη. Ένας άστεγος βρίσκεται ξαπλωμένος στην ίδια ακριβώς στάση με χτες και με προχτές. Ίσως να 'χει πεθάνει, δεν είναι και σίγουρο. Θα το τσεκάρεις πάλι αύριο. Γιατί αυτό που σε απασχολεί τώρα έχει να κάνει με την ξαφνική συνειδητοποίηση πως δεν είσαι εσύ δίπλα σε έναν άστεγο που μπορεί να 'χει πεθάνει. Είναι δύο άστεγοι, μεταξύ των οποίων ο ένας μπορεί και να 'χει πεθάνει. Βέβαια δεν έχεις τα χρόνια του και τις κακουχίες του και θα είναι ξεκάθαρο στα μάτια του, αν τα ανοίξει ξανά ποτέ, πως κουβαλάς ακόμα πάνω σου τον παλιό κόσμο. Βρίσκεσαι απλά στο πέρασμα. Kαι θα το καταλάβει εύκολα. Όπως οι γιατροί κοιτούν τις ακτινογραφίες σου, όπως οι τσιγγάνες λένε τη μοίρα από την παλάμη σου, έτσι και οι άστεγοι σε ερμηνεύουν από το βήμα σου. Είναι που ξέρουν το μυστικό να κάνεις βήματα χωρίς να σε πηγαίνουν. Αντίθετα το δικό σου βήμα δεν είναι παραιτημένο. Φέρει ίχνη ελπίδας, προσμονής και διάφορες άλλες παθογένειες του καταναλωτικού κόσμου. Να, για παράδειγμα τώρα χρειάζεσαι επειγόντως μια γουλιά καφέ.

Μπαίνεις Θησείο και ψάχνεις για εσπρέσσο. Προσπερνάς έναν ακόμα άστεγο που κοιμάται στο γήπεδο του 5χ5, περασμένος ολόκληρος μέσα από τη γραμμή του τέρματος, εμφανώς επηρεασμένος από το τελευταίο άρθρο της Σχεδίας με τίτλο Ποδόσφαιρο: το παιχνίδι που ενώνει. Βρίσκεις και κάθεσαι σε μια τρέντι καφετέρια. Απλώνεις τα πόδια σου στην απέναντι πολυθρόνα και σηκώνοντας πίσω το χέρι σου περιμένεις να έρθουν να σου πάρουν παραγγελία. Έχει αρχίσει να χαράζει. Κοιτάς την φωταγωγημένη Ακρόπολη ενώ από πάνω ο Αυγερινός με το φεγγάρι βρίσκονται σε ευθεία. Η απόσταση που τα χωρίζει είναι ίδια με την απόσταση που δημιουργείται στα δάχτυλα όταν θες να περιγράψεις το μέγεθος του τόσοδα. Κι όμως από ένα τόσοδα άνοιγμα κάθε τόσο περνάνε οι καρακάξες των λόφων της Ακρόπολης με τη γυαλιστερή τους χαίτη. Το 'χουν βρει παιχνίδι και μπαινοβγαίνουν από το μυστικό αυτό πέρασμα. Μπαίνουν στην κοινωνία βγαίνουν αντικοινωνία. Μπαίνουν άστεγοι βγαίνουν ιδιοκτήτες. Μπαίνουν Άλωση βγαίνουν Κατανάλωση. Μπαίνουν τέχνη βγαίνουν πόλεμος. Μπαίνουν γκολ βγαίνουν ηττημένοι. Κακό σέρβις έχουνε σε αυτήν την καφετέρια όταν είναι κλειστή. Φαίνεται πως ο κόσμος αυτός δε φτιάχτηκε για τους μοναχικούς. 

Στις 6:07 τα φώτα στον Παρθενώνα σβήνουν, ο ουρανός αρχίζει και παίρνει το χρώμα της αστυνομικής ταυτότητας των Ελλήνων και κάπου εκεί ο ειρμός σου διασχίζει το επτάθρονο πέρασμα της συνείδησης, και ρευστοποιείται απευθείας. Από δω και πέρα καλύτερα θα ήτανε το κείμενο να το πιεις.





Γιατί τα ρέστα δικά σου με συγχωρείτε έχω μέρες να μιλήσω σε άνθρωπο στο τσακ είμαι να αρχίσω να λέω την ώρα στους περαστικούς χωρίς να με ρωτήσουνε η μέρα θέλει άνθρωπο η νύχτα εαυτό είναι ωραία εδώ μη ψάχνετε την επανάσταση έχει ήδη γίνει έχει ήδη γίνει από τους άλλους και μόνο ως αντεπαναστάτες θα νικήσουμε όμως για κάτσε που ανήκω γω μπερδεύτηκα τώρα και τέλος πάντων τι κάνω εδώ πέρα μια γιαγιά έβγαλε το σκύλο της βόλτα στο πάρκο έχεσε και τώρα ωχ του σκουπιζει τον πισινό με υγρό μαντηλάκι όχι όχι καλά είμαι δω τα σύννεφα σκορπισμένα σαν κοπάδι σήμερα φίλε να σε πληρώσω; κλοσάρ ντεκαφεινέ με δύο ζαχαρίνες να σε ρωτήσω κύριε σταθμάρχη έχεις παρατηρήσει πως το μηδέν έχει μέσα του δύο αρνήσεις; δυο αρνήσεις θυμάμαι έδιναν κατάφαση στο σχολείο γκούκουντάπ πάνω στο λόφο ένας παππούς ωχ πετάει αετό ψάχνω το εγγονάκι του πουθενά πουθενά υγρό μαντηλάκι κάνε τέχνη ή σκάσε είναι μόνος του και πετάει αετό τι να πω ίσως ξέμεινε απο μονάδες και ειπε να σηκώσει αετό για να πει στην αγαπημένη του ξύπνησα σαγαπώ έλα γκολ εσύ να σκάσεις η μελαγχολία σ' αγκαλιάζει η θλίψη σε χαστουκίζει η απογοήτευση σε πνίγει η απόγνωση είσαι συ η ζωή είναι μικρή για να ζήσεις μόνο μια ζωή άντε ρε φεγγάρι και ξέρεις τι; δεν υπάρχει ακρωτήρι χωρίς κόλπο κι αν δε με εμφανίζει τώρα ο καθρέφτης δεν μπορεί όμως υπάρχω κάπου υπάρχω έστω στον αόριστο του ρήματος υπάρχω δεν έχω ειρμό στο ντοκιμαντέρ του ουρανού καθηλωμένος διαταγέας πώς τα μαθηματικά λένε πως ερμηνεύουνε τον κόσμο όταν δεν υπάρχουν πουθενά στη φύση τρίγωνα τετράγωνα και κύκλοι; εδώ που βρίσκομαι ένα αμόνι αν έπεφτε δε θα ήθελε εννιά νύχτες για να φτάσει η ελπίδα ένα προεκλογικό φυλλάδιο μισοπερασμένο κάτω από την πόρτα του νεκροτομείου διψάς; τούμπαρε το σακίδιο του θοδωράκη και χύθηκε χαρτοπολτός που έχουν μέσα τα καινούργια σου παπούτσια ωχ να τη η στιγμή που νιώθεις πως δεν μισείς τον καπιταλισμό αλλά έχεις αρχίσει να τον λυπάσαι νίκησα έχασα τρώω το ρόδι από τα κόλυβα υπάρχω πες μου μια καλημέρα τα 'μαθες για τον Καρέλι; νίκησα έχασα ο τέλειος αριθμός φ στις μέρες μας είναι για τη φρίκη εδώ που βρίσκομαι το αμόνι έχει ήδη πέσει το κουβαλάνε στην πλάτη τους οι περιπλανώμενοι για να το πάνε να το πουλήσουν στον εγωιστή γίγαντα γι΄αυτο σέρνουν βαριά τα πόδια τους το συντρίμι πριν την κατεδάφιση γλιτώνει το σεισμό τι κάνεις ρε; ψωνίζεις τίποτα; μπαίνω κρόταφος πότε θα βγω πιστόλι.

3 σχόλια:

  1. Do/desu/ka/den είναι το αντίστοιχο γκούκουντάπ στη "Γειτονιά των καταφρονεμένων" του Κουροσάβα, η (εμπορική) αποτυχία της οποίας τον οδήγησε στην αυτοκτονία. Συνειρμός, που δεν μπορώ να του αντισταθώ.
    (Την έχεις δει;)

    “Υπάρχω” λες κι ύστερα “Δεν υπάρχεις”.

    Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
    αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
    Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
    θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πρώτος και καλύτερος κουβαλάς εσύ το αμόνι στην πλάτη σου.Πολύ ωραίο λογοτεχνικά κείμενο αλλά που να πάρει δε θέλουμε άλλους πεθαμένους να περπατούν στους δρόμους.Το λακκάκι στον κρόταφο φτιάχτηκε για να ακουμπά σταθερά η μύτη του άλλου,του συνομιλητή να μηδενίζει την απόσταση που αυτή δημιουργεί από το αυτί , όταν σου ψυθιρίζει , ε ξεκόλλα, πάμε να περπατήσουμε σαν ζωντανοί

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. δεν την έχω δει
    ακούγεται ενδιαφέρουσα
    θα τη δω με την πρώτη ή τελευταία ευκαιρία

    (οι ζωντανοί πετάνε, δεν περπατάνε)

    πρτφ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

πόρτα πόρτα