6/12/13

Μιλτ. Χρ.



1

Πριν ρίξω κόλλα στις σελίδες της Νέας Εστίας για να φτιάξω τις Ψυττάλειες Β στέκομαι συχνά στα τελευταία φύλλα του περιοδικού και διαβάζω τις απαντήσεις που δίνονται στα γράμματα αναγνωστών. Από τα συμφραζόμενα των απαντήσεων καταλαβαίνεις πως ο μεγαλύτερος όγκος της αλληλογραφίας έχει να κάνει με λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως ποιήματα, που στέλνουν άνθρωποι από όλη την Ελλάδα προς δημοσίευση. Οι απαντήσεις είναι πολύ σύντομες και στην πλειονότητά τους αρνητικές. Δυστυχώς τα ποιήματα που κρίνονται δεν γνωρίζουμε ποια είναι, εκτός από κάποιες σπάνιες περιπτώσεις που ο κριτής, στην προσπάθειά του να τεκμηριώσει ακόμη περισσότερο τους ισχυρισμούς του, αποκαλύπτει σε μας κάποιο στίχο τους. Τέτοια είναι η περίπτωση του στίχου σκοτεινά του έρωτα τελώνια που γράφτηκε εκείνη την εποχή από κάποιον κύριο (;) Μιλτ. Χρ. και ο οποίος έλαβε την αποστομωτική απάντηση από τον υπεύθυνο του περιοδικού: υπερβολικό και ασαφές.

Νομίζω πως ο απαράδεκτος χαρακτηρισμός που εκφράζεται από τον ιεροεξεταστή μάς αποκαλύπτει μια στενόμυαλη αντιποιητική φιγούρα. Γιατί να χαρακτηριστεί υπερβολική η παρομοίωση ενός συναισθήματος που μοιάζει από τη φύση του υπερβολικό και ενίοτε σκοτεινό και γεμάτη ασάφεια; 

Φυσικά δεν προσδοκώ από έναν συντηρητικό λογοτεχνικό κριτή της Νέας Εστίας να έχει την οξυδέρκεια να αντιληφθεί τότε πως δεν αργούσε ο καιρός που ο Ν. Γκάτσος θα έγραφε του κάτω κόσμου τα τελώνια / με λεν τρελή του φεγγαριού, κοιτώντας μέσα στο σκοτάδι το πρόσωπο της Φλέρυς Νταντωνάκη.

Τι πραγματικά όμως έχει μεσολαβήσει από τότε έτσι ώστε ένας προωθητικός στίχος που ξένιζε τους συμβατικούς λογοτεχνικούς κύκλους του 1939 να αποτελεί στις μέρες μας κομμάτι μιας στιχουργικής καθημερινότητας, πολύ συχνά μάλιστα συμβατικής και κλισέ;

Η απάντηση είναι άπειρα πράγματα: αφηρημένος εξπρεσιονισμός, πόλεμος, παιδότοποι, μητροπόλεις, google, καταστολή, ελαστικοποίηση της εργασίας. Δε θα συνεχίσω να τα απαριθμώ. Βαρέθηκα ήδη. Η κοινωνική επιστήμη είναι μια κομπίνα. Η απάντηση δεν θα υπάρξει ποτέ.

2

Οι σπουδές κοινωνιολογίας με τοποθέτησαν εκτός κοινωνίας. Σε ένα σπίτι με τριπλά παράθυρα στην ερημιά. Ο φύλακας στη σίκαλη κι ο ξένος του καμύ μού μοιάζουν ίδια. Είμαστε μέσα στο λαβύρινθο κι ουρλιάζουμε. Ζούμε για να περιφέρουμε τους λάρυγγές μας. 

Ο Μπωντλαίρ πιστεύει πως η έξοδος από τον λαβύρινθο γίνεται εφικτή μόνο προς τα πάνω. Ο Κατζουράκης λέει πως η έξοδος από τον λαβύρινθο βρίσκεται στην απόφαση να παραμείνεις μέσα σε αυτόν. 

Μια καμήλα το σκασε από το καραβάνι και φορτωμένη με προμήθειες συνέχισε μόνη την πορεία μέσα στην έρημο Γκόμπι. Μα πρόκειται να πεθάνει από ασιτία κι ας κουβαλάει το φαγητό στην πλάτη της. 

Μου το είπε ο κάκτος. Ο πύργος ελέγχου της ερήμου.

3

Άπαυτος ο χρόνος. Μουλωχτός. Και τώρα που μιλάμε μακραίνουν οι τρίχες μας χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Είναι αδιανόητο. Οι χρόνια άστεγοι μοιάζουν με αγιοβασίληδες. Για μια σπιθαμή γης χιλιάδες νεκροί. Ο,τι μπαίνει σε μουσείο μαραίνεται. Ζούμε μια τρέλα. Ο ιστορικός χρόνος κάνει έρπινγκ κάτω από τα λυγισμένα μας γόνατα όταν καθόμαστε απεγνωσμένοι με την πλάτη στο τοίχο. Είμαι μια ανήξερη συνείδηση.

4

Θυμάμαι μια φορά στο λεωφορείο διάβαζα τη Νεολιθική νυχτωδία στην Κροστάνδη του Καρούζου. Πήγαινα στη σχολή. Δίπλα μου καθόταν μια γιαγιά που γύρναγε από τη λαϊκή. Είχε βγάλει ένα μαχαίρι και καθάριζε τα χόρτα μέσα σε μια νάιλον σακούλα. Πήρα το θάρρος και την ρώτησα: γιαγιά πώς κυλάει ο χρόνος;

-Δεν ξέρω παιδάκι μου πώς κυλάει ο χρόνος. Αλλά τα χόρτα όταν τα κόβω πονάνε. Τα πάντα πονάνε όταν κόβονται, μου είπε.

Επέστρεψα στον Καρούζο: Όμως ο χρόνος τώρα δεν είναι μαγνητοταινία της αιωνιότητας. Ανακρούεται επιστήμη, κουκιά μετρημένα. Μα είν’ αμπόρετο να τσιμπήσει κανείς τη θάλασσα. Η Ιστορία τελικά συναναστρέφεται αγάλματα. Δεν είναι;

5

Είναι.

6

Απάντησέ μου Μιλτ. Χρ. Θα γεννηθούν κάποτε οι άνθρωποι που θα θεωρούν το στίχο μα είν’ αμπόρετο να τσιμπήσει κανείς τη θάλασσα ξεπερασμένο; Μπορεί να υπάρξει ιστορία πέρα από την ανθρώπινη αντίληψη της θάλασσας; Θα χαθεί ποτέ το επάγγελμα του καβοδέτη; Θέλω να ξέρω. Γιατί πληθαίνουνε τα σ' αγαπώ μέσα στην εντατική; Κύριε Μιλτ. Χρ. με βρίσκεις υπερβολικό και ασαφή; Και τέλος πάντων, ποιο το επίθετο και ποιο το όνομα σου;

7

Άγνοια με υπάρχεις.

5 σχόλια:

  1. ξεπερνιέται μωρέ η ποίηση?
    ξεπερνάει μόνο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μίλτος Χρυσάνθης;

    I.Γ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. 20 χρονών ήταν τότε. ΛΕΣ;
    δεν είμαι καλά.

    πρτφ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. 1938 Δημοσιεύει με το ψευδώνυμο «Μίλτος Χρυσάνθης» ένα διήγημα στο περιοδικό «Εβδομάδα».
    1939 Πεθαίνει ο πατέρας του.
    1940 Εγκαταλείπει τις σπουδές του.
    1941 Κυκλοφορεί με το ψευδώνυμο Μίλτος Χρυσάνθης την ποιητική συλλογή Η μουσική των νησιών μου, την οποία αργότερα θα αποκηρύξει, καθώς δεν θα τη συμπεριλάβει στους συγκεντρωτικούς τόμους του έργου του.

    Ι.Γ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. η απάντηση του περιοδικού πέρα από τον συγκεκριμένο στίχο που έγραψα περιλαμβάνει και άλλους όπως "δίχως τη σπιθίτσα της φωτιάς" (χαρακτηρίζεται άνοστο), "μές στον κύκλο πάλι να σε πάω" (χαρακτηρίζεται πεζό). Το ποίημα όπως αποκαλύπτει ο κριτής λέγεται 'εξαγνισμός' και το θεωρεί το καλύτερο από αρκετά ακόμη που τους είχε στείλει παρόλο που όπως τονίζει περιέχει 'πράγματα αδικαιολόγητα και ακατανόητα'. Η κριτική ταιριάζει γάντι από έναν παραδοσιακό λογοτέχνη προς έναν 20χρονο Σαχτούρη.

    πρτφ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

πόρτα πόρτα