3/9/13

Το "Σύσσημον" στην Επίδαυρο


Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το “Σύσσημον” είναι το σημαντικότερο ποίημα που γράφτηκε στην Ελλάδα ύστερα από την Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το 1821. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό πως το ποίημα του Νίκου Παναγιωτόπουλου έχει μόνο εφτά χρόνια καθαρής λογοτεχνικής ζωής και ότι στον πυρήνα του παραμένει βαθιά αντιθεατρικό, μας υποψίαζε πως η Άσκηση Επίδαυρος – Σύσσημον’, ήταν πρακτικά αδύνατον να αποδώσει κάτι περισσότερο από μία υποκειμενική απεικόνιση του έργου. Αυτό ήταν εξαρχής συμφωνημένο κι έτσι ακριβώς συνέβη.




Για την θεατρικοποίηση του επιλέχθηκαν κατά κύριο λόγο καίρια και μνημειώδη διπολικά μοτίβα από το κείμενο (συνειδητό-ασυνείδητο, αρχηγός-αγέλη, ζωή-θάνατος) αποδιδόμενα με ένταση και στόμφο σε ένα περιβάλλον αρχετυπικό και στερεότυπο. Με τον τρόπο αυτό ο σκηνοθέτης παραστάθηκε στην εξαγωγή νοήματος από την αγωνία του να επικοινωνήσει κάτι σχεδόν κρυφό και αμαρτύρητο, κι απέφυγε τις ποιητικές περιγραφές που χτίζουν αντιηρωικά, μέσα από ουσιώδεις λεπτομέρειες τον κόσμο του 'Σύσσημον'. Το συμβολικό βαρίδι του έργου ήταν η πιρόγα, κι όχι τα χέρια που την κωπηλατούσαν. Με λίγα λόγια, επιλέχτηκε περισσότερο η θεολογία του Σύσσημον παρά η λαογραφία του. Σεβαστό και ίσως αναμενόμενο. Επίσης, η θεατρική άσκηση για το έργο του Νίκου Παναγιωτόπουλου, πάσχισε να εναρμονιστεί με το πολιτικό παρόν και να επικαιροποιηθεί πολύ περισσότερο από ότι πασχίζει ο ίδιος ο ποιητής. Σε αυτό οφείλεται η περιττή επιλογή αποσπασμάτων του Οιδίποδα. 

Όμως αυτό δε σημαίνει ότι δεν αγγιζόταν κατά διαστήματα το μεγαλείο της αχρονικότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η προαναλφάβητη νύχτα. Μιλώ για την συγκλονιστική εκείνη στιγμή που για ένα λεπτό επιτεύχθηκε παύση στο θέατρο. Τα φώτα είχαν κλείσει, επικρατούσε σιωπή σε μία μοναδική επιδαύρια νύχτα χωρίς φεγγάρι. Ήταν τότε που η τέχνη είχε περάσει σε ένα επίπεδο εξωθεατρικό. Μέσα στη σιωπή ένα μωρό από το φόβο του έβαλε τα κλάματα στα ανατολικά διαζώματα αλλά κανείς δεν φάνηκε να ενοχλείτε, θαρρείς ήταν μέρος της παράστασης. Κι ήταν εκείνη η στιγμή που μπορούσες να διακρίνεις την αλεπού της μεγάλης παράδοσης να φέρνει βόλτες στον περίβολο. Ήταν η στιγμή που η χιλιομασκαρεμένη Επίδαυρος γινόταν ξανά οικειοποιήσιμη από την ένταση της τέχνης. Ίσως τελικά το πολυπόθητο ‘Σύσσημον’ δεν ήταν ένα κοινό σημάδι ανάμεσα σε θεατές και θίασο αλλά μεταξύ Επιδαύρου και άδολης τέχνης. Κι αυτό κατακτήθηκε.

Το κείμενο δεν αποτελεί μια κριτική θεάτρου αλλά ενδιαφέρεται για το πώς αποδόθηκε το ποίημα θεατρικά από έναν αναγνώστη του. Άλλωστε κάθε κριτική που έχει γραφτεί ήδη εδώ κι εκεί, σύμφωνα με τους πατροπαράδοτους θεατρικούς όρους μιας θεαματικής Επιδαύρου, στέκει αμήχανη και στο τέλος τσακίζεται ανεβαίνοντας σιγά σιγά την φθαρμένη σκάλα. Γιατί η άσκηση του Σίμου Κακάλα πάνω στο 'Σύσσημον' γίνεται αντιληπτή μόνο αν μπορείς να βγεις απ’ το κάθε λογής συνάφι που επωάζεται στα όρια ενός μικρούτζικου έθνους. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει λόγος να αναφερθώ εκτεταμένα στα υπόλοιπα στοιχεία. Παραδοσιακή μουσική, ερμηνείες, χορογραφίες, όλα ήταν προσεγμένα και δουλεμένα έτσι ώστε να προτείνουν αξιοπρεπώς μια πρώτη ανάγνωση του Σύσσημου. Το μόνο που απομένει πια, εκτός από ένα 'ανόθευτο ευχαριστώ' απ' την πλευρά μας, είναι να κρατηθεί και η υπόσχεση της θεατρικής ομάδας για τη μετεξέλιξη του έργου, καθώς και η ύστατη ελπίδα πως μέσα από την Συσσημική καταβύθιση θα μπορέσουμε κάποτε να συνεννοηθούμε μιλώντας άπταιστα μαγικά ελληνικά.

Υ.Γ:  Ένα ευχάριστο νέο, το οποίο μπορώ να μαντέψω ενδιαφέρει πάρα πολλούς, είναι πως σε λίγους μήνες θα γίνει επιτέλους η επανέκδοση του βιβλίου.

1 σχόλιο:

πόρτα πόρτα