27/5/13

Βερολίνο, Πέραμα


Σ' ένα λιβάδι πάω και με πιάνει κλειστοφοβία, κοιτάζω το Πέραμα και ησυχάζω, μάλλον θα εθίστηκα στην ασχήμια, γιατί δε θέλω να πιστέψω -φοβάμαι και να το πω- πως η βαρβαρότητα δημιουργεί ενίοτε και ομορφιά εκτός κι αν

Λένε πως αν κοιτάξεις για δυο λεπτά συνεχόμενα ένα γερανό τη νύχτα στο Πέραμα διαγράφονται κάτι μικρές σκιές στον ορίζοντα, που όσο τις κοιτάς όλο και γεμίζουν, μέχρι που στο τέλος, εντάξει, βλέπεις και τα φτερά στη πλάτη και λες: καλά το φανταζόμουν. Οι άγγελοι του Bέντερς αράζουν τα βράδια στις κορυφές των γερανών. Φύγαν απ' το Βερολίνο μετά την πτώση του τείχους κι ήρθαν στο Πέραμα να αλλάξουνε αιώνα. Αγέραστοι, με τα πόδια τους να κρέμονται στο κενό, καπνίζουνε κάτι αφορολόγητα Prince κοιτώντας τον Σαρωνικό. Κι αν τύχει και καμιά φορά -συνήθως μέρα βροχερή- κάποιος γλιστρήσει απ' την άκρη και πέσει στο κενό, κάνει τάχα πως ξαφνιάζεται, επίτηδες ο άτιμος, να με κοψοχολιάζει. Μετά κουνάει λίγο τα φτερά του στον αέρα και πέφτει με την πλάτη απαλά επάνω στα κοντέινερ. Ξαπλώνει στην οροφή τους, μαζεύονται και οι άλλοι μετά, τού λένε έλα σήκω θα παίξουμε κρυφτό. Ο ένας βάζει τις φτερούγες του στα μάτια και οι υπόλοιποι αρχίζουν να χωρίζονται ξαφνικά, σαν χτυπημένη διαδήλωση. Τρέχουν στο λαβύρινθο της προβλήτας και κρύβονται πίσω από τα χρωματιστά κιβώτια, κι αυτό μπορεί να πάρει πολλές ώρες. Έχουν μεγάλη υπομονή, να σκεφτείς μια φορά κράτησε όλη τη νύχτα. Είχε μείνει ένας ακόμη για να βρεθεί, εγώ έβλεπα πού είναι γιατί είχε έρθει προς εμένα, -τέρμα θεού, αρχή διαβόλου, καθισμένος με την πλάτη του σε ένα μπλε Cosco να κοιτάει την Σαλαμίνα-, και με είχε συνεπάρει τόσο που νόμιζα ότι ήμουν μέρος του παιχνιδιού. Σε μια στιγμή έβαλε το δάχτυλο κάθετα στο στόμα του για να μην τον μαρτυρήσω, έγνεψα εννοείται καταφατικά αμέσως, δε συνειδητοποίησα ότι συνομιλούσα με έναν άγγελο, νομίζω ούτε κι ο άγγελος με άνθρωπο.
Άλλες νύχτες κάθομαι και τους χαζεύω που παίζουνε παντομίμα. Δε θα ξεχάσω μια φορά που η λέξη ήτανε αυτοκτονία, φαντάζεσαι τι έκαναν; μόλις ο φύλακας ξαναμπήκε μέσα, έβαλαν το κεφάλι τους στους γάντζους κι έκαναν το εκκρεμές, πολύ πετυχημένα και πειστικά. Ποιος να το φανταζότανε, οι κρεμασμένοι στη ζωή κάνουνε πρόβα παντομίμα.
Υπάρχουν βράδια που κάνουν κόντρες με τα τρέιλερ στους διαδρόμους της προβλήτας, ή που ισορροπούν πάνω σε αλυσίδες για να παίξουν θεατρικό την παραβολή τού Νίτσε με το σχοινοβάτη που τσακίζεται στο έδαφος. Άλλοτε περπατούν στα κύματα και κάνουν τον Χριστό, μόνο που εκείνος τώρα δεν τα καταφέρνει: αρχίζει να πνίγεται, φωνάζει βοήθεια, μετά γελάνε όλοι και χειροκροτούν, κι άλλες φορές βουτάνε την άκρη τού φτερού τους στο ιώδιο της θάλασσας κι ύστερα γράφουν επαναληπτικά ένα ακαταλαβίστικο σύνθημα: ΤΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΜΑΡΙΑΝΩΝ. 10.971μ.
Γενικά πάντως είναι ήσυχα πλάσματα και αφοσιωμένα στην αποστολή τους. Η περισσότερη ώρα τους περνάει με ιστορίες παλιές, με βουβά καλωσορίσματα νεοεισερχομένων αγγέλων, και με αδιάκοπο ρεμβασμό στη θάλασσα. Υπομονετικά περιμένουνε εκείνη την ώρα που θα έρθουν στο λιμάνι λένε οι θλιμμένοι κομουνιστές, να μπούνε μέσα στα κουβούκλια, να βάλουνε μπροστά τις μηχανές και να αρχίσουν να μαζεύουν τα μπάζα από τα συντρίμμια του καπιταλισμού: να γεμίσουν τα κοντέινερ, να φορτώσουν τα πλοία, και να τα βουλιάξουν ύστερα στην πιο βαθιά όμορφη θάλασσα.”

εκτός κι αν παραδινόμαστε οικειοθελώς στην ομορφιά από δειλία, μην τυχόν και προλάβει να πει: καριόλες και καριόληδες παραδοθείτε.

δημοσιεύτηκε στο Μπαχάρ* 4

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

πόρτα πόρτα