21/3/13

στη μύτη του ουρανοξύστη




πώς γίνεται

σε τούτη τη βαβέλ

να μιλάμε όλοι άπταιστα

την ίδια γλώσσα



*



η πρώτη ανάσα στο μαιευτήριο

γεννιέσαι στο ισόγειο



η γιαγιά ανάσκελα στη βάρκα

-φέρετρο είναι

πας στον πρώτο όροφο



μέσα στην πρίζα πρόκα

η μαύρη τρύπα του σύμπαντος

κρύβει μέσα τους χαρταετούς μας

κι ανεβαίνεις όροφο ξανά



τιμωρία

η δασκάλα

κιμωλία

κι όλο ανεβαίνεις



εσύ μεγάλωσες

πίσω αυλή, τσιγαριές στη γάμπα

καλοκαίρι του 1996

ανεβαίνεις



δακρυγόνα αλισάχνη

στην πορεία μόνος σου

ανεβαίνεις λαχανιάζεις ανεβαίνεις



πόνοι στην ουρήθρα

ή κάπου εκεί

ανεβαίνεις ανεβαίνεις



φόλα

(μπριζόλα με χρωματιστό φυτοφάρμακο απλωμένο πάνω της)

ανεβαίνεις και πάλι



να πληγώνεις τους φίλους σου

από αγάπη

που ξεχείλισε

φεύγουν

ένας

ένας

φεύγουν

μία

μία

να πάτε στο διάολο

35ος όροφος



κανείς

36ος



επαρχία,

τη μια νύχτα

τα αναφιλητά σου

στον ήχο της κουκουβάγιας

να συγχρονίζονται

την άλλη

στη λάμπα της δεη

που αναβοσβήνει απ' έξω

κι ανεβαίνεις



η πρώτη ανάσα του παιδιού

στο μαιευτήριο

-θυμάσαι το παλτό της μάνας σου στον καλόγερο-

η θέση του πρώτου αυτοκινήτου

στην αλάνα

τοποθετεί ύστερα όλο το πάρκινγκ

ανεβαίνεις ξανά



ο ήχος της βαλίτσας στο πλακόστρωτο

σημαίνει φεύγεις

ο ήχος απ' το καρότσι της μικρής

σημαίνει μένεις

επιλέγεις να μη φύγεις

ούτε και να μείνεις

μόνο ανεβαίνεις





τα βραδινά τσιγάρα

σβησμένα

μέσα στον πρωινό καφέ

μουλιάζουν

εντωμεταξύ

το καπάκι απ' το ουίσκι

γυρνάει με πιρουέτα

43ος όροφος



τυχαία συνάντηση στον οαεδ

έκανε πως με γνώρισε

κι όλο ανεβαίνεις



μπλόκο

μπέργκερ

γεράνια που σπάσαν στη βεράντα

χάπια και ποδόσφαιρο

να μαζεύεις σάλιο να το καταπιείς

τα μάτια των αφγανών

ανοιγοκλείνουν

τα φωτοκύτταρα στις αφίξεις

άλλαξε κουδούνι

50ος όροφος



να τρέμεις μη ρωτήσουνε

πού υπηρέτησες

κι όλο ανεβαίνεις εσύ τρέχεις



το ποτήρι που χτυπάει στις στροφές

κάτω απ' το κάθισμα τόσα χρόνια

και δε λέει να σπάσει

58ος όροφος



φιλί στο μέτωπο

στο μάγουλο

στο στόμα

στο λαιμό

στο χέρι

στα πόδια



τόσες επιλογές

τόσοι όροφοι

κι εσύ βγαίνεις ταράτσα με σφραγισμένα χείλη



*



πόσο ν' ανέβεις;

έχει κι ουρανοξύστης τέρμα

πρέπει να πράξεις τώρα

ή πέφτεις στο κενό και τσακίζεσαι

ή βγάζεις φτερά και την κάνεις από δω



ένα γερό άλμα

παίρνεις φόρα

οι πατούσες γραπώνουνε το πάτωμα

κι εκτοξεύεσαι

προσπαθείς

έκπληκτος φτερουγίζεις

αρχίζεις ν' ανεβαίνεις

το παλτό της μάνας σου

κρυώνεις κι ανεβαίνεις

κοιτάς κάτω και χαμογελάς

ένα ξαφνικό αεράκι σε σπρώχνει πίσω

προσπαθείς

χάνεις τον έλεγχο

πιάνεται το φτερό σου στη μύτη του ουρανοξύστη

σαν το παλτό της μάνας σου

όλεθρος



από κάτω οι περαστικοί

ασκώντας τις σόλες τους

σε δείχνουν με το δάχτυλο

σε περιγελούν

ντρέπεσαι να φωνάξεις βοήθεια

κανείς δεν ανεβαίνει

οι μέρες περνούν

τι να 'καναν;

σου βγάλανε και παρατσούκλι

άκου πώς σε είπανε

ο ελεύθερος κρεμασμένος

διάνα



*



σε τούτη τη βαβέλ

άκρα του τάφου σιωπή

στις ταράτσες βασιλεύει


?


 

3 σχόλια:

  1. Στο 43,5 αρχίζεις να φοβάσαι τρομερά τα αεροπλάνα.
    Ούτε κείνο το τραγούδι δεν σε κάνει καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Γαμώτο σου, είχα πολύ καιρό να κλάψω διαβάζοντας κάτι στα μπλογκς..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αμάν μωρέ αδερφάκι μου...παραλίγο να πάθω ασφυξία...ούτε στην ταράτσα δεν ανάσανα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

πόρτα πόρτα