13/7/12

Κόκκοι Ιστορίας: Περικλής Α. Μελέαγρος



Ένα βράδυ, ξεφυλλίζοντας ψηφιακές εφημερίδες του 19ου αιώνα, έγινα ο μόνος άνθρωπος που γνώριζε, έστω και κατά λάθος, κυρίως κατά λάθος, την ασήμαντη λεπτομέρεια μιας ημερομηνίας: ένας ποιητής, από εκείνους τους άδοξους που ο Καρυωτάκης τούς αφιέρωνε μπαλάντες, αυτοκτόνησε άλλο έτος από αυτό που έχει γραφτεί στις επίσημες βιογραφικές πηγές του. Στην αρχή αναρωτήθηκα: λίγοι ξανθοί κόκκοι μικροϊστορίας τι αξία έχουν; Ας το αφήσω να περάσει. Όμως ύστερα έφερα εικόνα στο μυαλό μου μια παραλία χωρίς την ψιλή άμμο της και έμοιαζε σαν όλεθρος.

Το όνομά του είναι Περικλής Μελέαγρος του Αθανασίου. Στοπ. Ανιψιός της γνωστής οικογένειας Συγγρού. Στοπ. Ο πατέρας του ήταν Αντισυνταγματάρχης στο Ιππικό. Στοπ. Γεννήθηκε στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1872 και αυτοκτόνησε, φοιτητής στο Παρίσι, στις 23 Μαρτίου του 1892, πριν κλείσει τα 20 έτη¹. Εδώ κανένα στοπ. ||πόσον ωραία οι νεκροί εκάθευδον κ’ ηρέμα!|| Αιτία της αυτοκτονίας του ήταν ο παράφορος νεανικός έρωτάς του προς τη νεκρή αγαπημένη του Μαρία ||Η κόρ’ υπό μαυσώλειον κοιμάται ην ηγάπων|| την οποίαν επισκεπτότανε στο μνήμα επίτηδες νύχτα. Δεν ήθελε να γίνεται η συμπεριφορά του αντικείμενο χλεύης από τον περίγυρο, μιας και ήταν συχνές οι συνομιλίες του μαζί της μέσω οραμάτων. ||Η κόρη των ονείρων μου, η λατρευτή μου φίλη / ήτο· με βλέμμα μ’ έβλεπε γλυκύ, πλην δεν ομίλει||

Ξέρεις, είναι κάτι παράξενοι έρωτες που εμφανίζονται μέσα στην ιστορία, που παρεκκλίνουν από την ευθεία διαδρομή του χρόνου: έτσι όπως πηγαίνουν, ξαφνικά βγάζουν ένα φλας δεξιά, χωρίς φαινομενικά να υπάρχει λόγος, λένε απλά ένα «κουράστηκα λίγο», και βρίσκουν έναν παράδρομο να κάνουν ήσυχα ένα τσιγάρο. ||Αυλαίαν φωτοβόλον θ’ ανοίξη ο Θεός μου|| Το τσιγάρο τυγχάνει να είναι το τελευταίο που θα κάνουν εν ζωή. Μόνο που όσο κι αν καπνίζεται, δε φτάνει ποτέ στο φίλτρο. ||είναι υγρόν το χώμα μου από τα δάκρυά σου / και ζω εις την καρδίαν σου και ζω εις τ’ άσματά σου / ανθών ως επιτύμβιον, ως βλέπεις έχω στίχους||

Η «παρακαταθήκη» που άφησε είναι τέσσερα ποιήματα που είχε στείλει σε αθηναϊκό περιοδικό εν ζωή, χωρίς όμως να δημοσιευτούν. Δημοσιεύτηκαν ευκαιριακά, δύο χρόνια μετά το θάνατό του, σε ένα κατά τα άλλα σπαραχτικό λογοτεχνικό μνημόσυνο².

Ο πεισιθανάτιος λυρισμός ||Εγκλείων άσβεστον το πυρ βαθείας αλγηδόνος / εν μέσω τάφων και σταυρών περιεπάτουν μόνος|| η εσωτερικευμένη ενοχή ||και αδελφόν αν ασπασθώ, ίχνη πληγής θ’ αφήσω|| η σαρκική απολύτρωση ||πλην μόν’ η ύλη θα σβεσθή|| κάποιες μεταφυσικές εμμονές ||παρακαλώ τον Ύψιστον .. εις εμέ να δώσει ταχύτατα το μνήμα|| προκαρυωτακικοί δαίμονες ||ήτις πατρίς υπάρχει αλγηδόνων|| και προπολυδουρικοί όρκοι ||Είτα «ορκίζομ’» έκραξα εις την μακράν σου κόμην|| είναι κάποια από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το έργο του. Όμως δεν ευσταθεί η φιλολογική κριτική για τούτα τα ποιήματα. Τα κείμενά του αποτελούν κυριολεκτικά σημειώματα που βρίσκονται μόνο μέσα στην τσέπη των αυτόχειρων ||εν τη της γης με έρριψεν η ειμαρμένη θλίψει|| και ουσιαστικά λειτουργούν ως διευκρινιστικές επιστολές στους σαστισμένους συγγενείς και φίλους. ||Αν και φοβούμαι αφ’ ενός τον θάνατον διότι / την λύπην των οικείων εικάζω, πλην τον βίον / μη υπομένων, εις της γης θ’ αποσβεσθώ τα σκότη||

Τα ποιήματα, κατά την ανάγνωσή τους, δε σου προσφέρουν την πολυτέλεια μιας στιγμιαίας μελαγχολίας, μα σου συντρίβουν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Αντανακλούν το πλήρες αδιέξοδο του καημού και της στεναχώριας απ’ την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, που δεν μπορεί να γιατρευτεί από το κοίταγμα μιας κλεψύδρας, όσο γρήγορα κι αν ρέει. Δεν είναι λοιπόν ο ποιητής, είναι η στόφα του ανθρώπου που αντιμετωπίζει τον πόνο ως αξίωμα και πράττει εν τέλει τον αποχαιρετισμό ||Χαίρετε, πάντες χαίρετε. Ευδαιμονούντες ζήτε / και συγχωρείτε με υμείς|| Είναι η στόφα του ανθρώπου που αρνείται να βλέπει τις Μοίρες να του πλέκουν τις τραγωδίες της ζωής του: αρπάζει λοιπόν τα βελόνια από τα χέρια τους και τα καρφώνει αστραπιαία στα μάτια τους. Ακολουθούν κραυγές. Και όσο κι αν η αρχαΐζουσα γλώσσα των ποιημάτων δυσχεραίνει την κατανόηση, οι κραυγές βγαίνουν από ένα πανανθρώπινο στόμα. Είναι οι κραυγές του ατελέσφορου, που στο άκουσμά τους νιώθουν όλες οι φυλές του κόσμου περί τίνος πρόκειται ||Και αν αυτόχειρ γίνω / ώ πόσην τρέφω πόσην / ελπίδα ν’ ανοιχθώσιν||

Και σε εκείνο το πανανθρώπινο άλεκτο σύμπαν όλα τα γράμματα της αλφαβήτου δεν είναι παρά πρωτόγονες ζωγραφιές. Σκέφτηκα κάτι λοιπόν: δε θα σε λέω Περικλή. Γιατί αν τα Π έχουν στη κορυφή τους μια ταράτσα, τότε η τελεία που ακολουθεί είναι το πτώμα ενός εικοσάχρονου που μόλις έπεσε. Θα σε φωνάζω Π.

Π. για τον Περικλή.
Π. και για την Ποίηση.
Συγνώμη, για τη Μαρία ήθελα να πω.


¹ Και το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών και το Wikipedia αναφέρουν στη βιογραφία του Μελέαγρου ως έτος θανάτου το 1893. Προφανώς αναπαράγουν την πρωτογενή πηγή της πληροφορίας που βρίσκεται στο περιοδικό Ποικίλη Στοά, εκδιδόμενο το έτος 1894. Η πληροφορία όμως του περιοδικού είναι λανθασμένη: στην εφημερίδα Καιροί (28.3.1892, σελ 2) καθώς και σε αρκετές ακόμα, η είδηση του θανάτου του δημοσιεύεται τον Μάρτιο του 1892.

² Και τα τέσσερα ποιήματα διασώθηκαν από τη νεκρολογία που του έγινε στο περιοδικό Ποικίλη Στοά από τον Ιωάννη Αρσένη το 1894. Εκεί βρίσκεται και μια μετάφραση του Μελέαγρου πάνω σε ένα ποίημα του James MacPherson. Ολόκληρο το τεύχος του περιοδικού υπάρχει ψηφιοποιημένο στα αρχεία του Harvard University: http://archive.org/details/poikilstoaethni00raphgoog


Οι στίχοι που παρατίθενται αποτελούν αποσπάσματα από το έργο του Μελέαγρου

3 σχόλια:

  1. δεν το ήξερα.έδωσες νέα κατεύθυνση για αναζητήσεις.ευχαριστώ για την τόσο πληροφοριακή ανάρτηση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

πόρτα πόρτα