6/4/12

Το μυστικό ετέρνιτι


Περασμένα μεσάνυχτα και καπνίζεις ένα τελευταίο τσιγάρο. Κλείνεις τα φώτα στο δωμάτιο λες και κλείνεις το πορτ-παγκάζ που μέσα έχει το πτώμα του πολιτισμού σου. Όλα γίνονται για λίγα δευτερόλεπτα μια σκόνη σκοταδιού μες τα ρουθούνια σου. 

Ένα πλειστόκαινο δημιουργίας απλώνεται: το ελάχιστο φως απ’ το φεγγάρι σιγά-σιγά αρχίζει και γλύφει μυστικά τους τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα. Κάτι παράξενες σκιές παραλληλόγραμμες, με γωνίες, με ελλείψεις, σκιές που μέχρι πριν λίγο δεν γινόντουσαν αντιληπτές, τώρα αρχίζουν και διαγράφονται στο σκοτεινό δωμάτιο. Ζητούν να εξερευνηθούν, όπως τα παιδιά εξερευνούν τα λέγκο τους.

Όμως η γεωμετρία τής νύχτας δεν ερμηνεύεται από ανθρώπινους διαβήτες, είσαι αδύναμος, χωρίς εφόδια να εξηγήσεις. Τούτη την πραγματικότητα δεν τη γέννησε η μήτρα, κι ούτε έχει αρχή και τέλος. Παρατάς την πεπερασμένη σκέψη σου κι αφήνεσαι σ’ εκείνο το μυστικό ετέρνιτι που δε γνωρίζει ούτε από έρωτα, ούτε από φίλους, ούτε από ενοχές. Είσαι μοναδικός και φοβισμένος πάνω στον γήινο τάπητα και πρέπει να επιβιώσεις.

Λες και βρίσκεσαι σε ένα πάρτι λυκείου, φασαρία, γέλια, άνθρωποι, όλα καλά, μα πρέπει να φύγεις. Ο Νίκος, που μένει δίπλα σε σένα, σου λέει εγώ θα κάτσω λίγο ακόμα, φύγε εσύ. Και καθώς γυρνάς σπίτι μόνος σου, πρέπει τώρα να περάσεις εκείνο το σκοτεινό χωματόδρομο με τους ευκάλυπτους μέσα στη νύχτα.

Έχει αέρα, τα δέντρα τρεκλίζουνε σαν κάτι ζογκλέρ με ξυλοπόδαρα, οι σκιές απ’ το φεγγάρι, νατες πάλι μπροστά σου να σε ορίζουν, πού πήγαν τώρα οι φίλοι σου; Εσύ τρέμεις. Ας ήταν εδώ κι ας με βλέπανε να τρέμω. Οι παλάμες σου γροθιές. Είσαι ο μοναδικός επιζών. Χαζομάρες, έτσι είναι η νύχτα και θα δεις που σε λίγο θα φτάσω σπίτι. Είσαι ένας μονόλογος στην ερημιά, δε φοβάμαι-δε φοβάμαι. Σκύβεις το κεφάλι και προχωράς. Ο άνεμος φουντώνει. Παραδίπλα λες και κάποιος πατάει με την μπότα του ξερά χόρτα. Οι φλοιοί του ευκάλυπτου κάνουνε κρατς και πέφτουνε. Νιώθεις κάτι να σε ακολουθεί, σε ακουμπάει, σε φτάνει, γουρλώνεις τα μάτια κι αρχίζεις να τρέχεις, να τρέχεις, να τρέχεις αιώνια προς εκείνο το δωμάτιο που βρίσκεσαι τώρα, περασμένα μεσάνυχτα να καπνίζεις ένα τελευταίο τσιγάρο και να αναρωτιέσαι μέσα στο σκοτάδι ένα και μόνο πράγμα: όταν έκλεινε εκείνο το πορτ-παγκάζ βρισκόσουν έξω απ’ το αυτοκίνητο ή μήπως ήσουνα εσύ το πτώμα τυλιγμένο μέσα;

Κάνεις μια τελευταία τζούρα και σβήνεις το τσιγάρο. Το στρίβεις στον ολισθηρό πάτο της σταχτοθήκης, έτσι όπως ακριβώς γυρνάς το κλειδί για να βάλεις μπροστά το αμάξι. Εκείνο το αμάξι που έχει πίσω ένα πτώμα τεμαχισμένο σε χίλια κομμάτια.

Γιατί τι είναι και η στάχτη εδώ που τα λέμε; Σκιές που γίναν θρύψαλα.

7 σχόλια:

  1. βέβαια τώρα που το σκέφτομαι παίζει το πτώμα πίσω να είναι και του νικολάκη

    πρτφ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. πού πήγαν τώρα οι φίλοι σου; Εσύ τρέμεις. Ας ήταν εδώ κι ας με βλέπανε να τρέμω

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εφιάλτης στον πασπαλισμένο με στάχτη δρόμο με τους ευκάλυπτους. Γάμησέ τα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. έλα ντε,τί είναι η στάχτη?

    υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη,το είπε κι ο ποιητής.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Απόψε θα είναι γεμάτο το φεγγάρι...
    Μην ανοίξεις το πορτ μπαγκαζ!!!
    Με κατατρόμαξες μέσα στη νύχτα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. "Γιατί τι είναι και η στάχτη εδώ που τα λέμε; Σκιές που γίναν θρύψαλα."

    ισως οτι καλυτερο εχω διαβασει τον τελευταιο καιρο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ποιος ξέρει τι αποφορά θα ξεχυθεί στον κόσμο έτσι κι ανοίξουν όλα εκείνα τα καλά κλεισμένα ντουλάπια, τα συρτάρια, τα πορτ μπαγκάζ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

πόρτα πόρτα