12/3/12

εγώ σε πιστεύω


πάλι δεν έβγαλες στην έξοδο το φλας που έλεγες εκεί στη γέφυρα στο φάληρο να φύγεις να χαθείς σε μίαν έρημο, σε κάτι ευκίνητο, μεταβλητό κι ίσως ιπτάμενο, κάτι που θα σε ρουφήξει μέσα του και θα σε ξεράσει γυμνό bowie στο the man who fell to earth _

γυρνάς πάλι στο στέρεο μοντέρνο σπίτι και δεν υπάρχει λίγη κάπνα να σου θολώσει τα γυαλιά όπως μπαίνεις, ενώ στο μυαλό σου έχει βεντουζάρει μια εικόνα: μια κολλημένη παλάμη σ' ένα σκυμμένο κεφάλι, γιατί δεν είναι η φτώχεια μαλάκα μου, είναι η κατήφεια της πόλης που την κάνει απεγνωσμένη, η κακομοιριά της, η γονατίλα της _

γεμίζεις ένα ποτήρι με νερό, ξανά μια κολλημένη παλάμη σ' ένα σκυμμένο κεφάλι στον πάτο του ποτηριού που γράφει ικεα και ξαφνικά έρχονται εκείνα τα δευτερόλεπτα που το σώμα σου γίνεται ακριβώς εκείνο το βάρος που δεν μπορείς να σηκώσεις _

λίγα γραμμάρια νερού στο δεξί χέρι, κάτι τάλιρα που σε βαραίνουν στη τσέπη ε, χάνεται η φυσική, χάνεται εκείνη η αυτονόητη υπερδύναμη που μέχρι πριν λίγο δεν ήξερες καν οτι την ασκείς για να κρατιέσαι κάθε μέρα όρθιος _

τώρα τα χέρια σου αρχίζουν να πέφτουν, το κεφάλι σου αν δεν είχες λαιμό θα είχε χωθεί στο στομάχι, τα πόδια σου σχηματίζουν γωνία, χωρίς καμιά αντίσταση σωριάζεσαι στο πάτωμα όμως δεν λιποθυμάς γιατί δεν πρόκειται για κάτι κινηματογραφικό _

δεν υπάρχει τοίχος να κάνει την πτώση σου γοητευτική, σωριάζεσαι στο πάτωμα άτσαλα, χωρίς προφανή λόγο -καμιά αλήθεια δεν έχει προφανή λόγο- έχεις ανοιχτά τα μάτια μα δεν αναρωτιέσαι, σου φαίνεται απολύτως φυσικό, δεν έχεις τίποτα να περιμένεις από αυτό τον κόσμο _

βλέπεις τα ρυάκια του νερού να κυλάνε με ορμή και ν' απλώνονται στο πλακάκι λες και το προγραμμάτιζαν χρόνια να το σκάσουν, σκέφτεσαι τις αναβολές και τις αρνήσεις, πόσες δικαιολογίες για σκασμένα λάστιχα, για πεθαμένες γιαγιάδες, το είχα στο αθόρυβο, όχι δε μου λείπεις καθόλου και τέτοιες μικρότητες ανθρώπων μιας επαρχιακής πρωτεύουσας που μισεί την επαρχία και μυρίζει κλεισούρα, ναφθαλίνη, πλαστικές πράσινες κρεμάστρες, χαλασμένα βίντεο μέσα στις ντουλάπες _

βρίσκεσαι ακόμα κάτω, τα ρυάκια σταμάτησαν την πορεία της φυγής τους, ούτε κι αυτά κατάφεραν να αποδράσουν, ανασυντάσσεσαι, φτύνεις ένα κομμάτι γυαλί από το στόμα σου με λίγο αίμα πάνω, μπορεί και να ήταν δόντι, μπορεί και η αριστερή αμυγδαλή σου ή και γιατί όχι, μπορεί να είχες καταπιεί τον πρωινό ήλιο, όλα σου φαινόντουσαν πιθανά εκείνη την ώρα, ακόμα και να σταθείς στα πόδια σου _

σηκώθηκες στα γόνατα και μπουσουλώντας πήγες και κλείστηκες στη σκοτεινή ντουλάπα του δωματίου σου να ψάξεις με τις ώρες, είπες, σε ποια τσέπη είχες αφήσει κάτι σπίρτα από παλιά _

εγώ σε πιστεύω _




 'Boy Lights Fire' / pyro-triptych
David Lynch 

4 σχόλια:

  1. κάποια φλέβα μου χτύπησες με αυτό το κείμενο αλλά δεν έχω καταλάβει ακόμα ποια..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δυνατό κείμενο. αν κι εγώ θα σου έλεγα: Τα σπίρτα όχι για την ντουλάπα ρε πορτατίφ..είναι κρίμα..Σε όλη αυτή τη γκρίζα πόλη και τη ντουλάπα σου έβαλες στόχο. Για πάρτο αλλιώς μήπως και βγεις κι από το λούκι της επιθυμίας να πεθάνεις σώνει και καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

πόρτα πόρτα