22/10/14

μ' ακούς γεράκο;



κάθε πρωί στην ίδια στάση ρε γεράκο
ξυπνάω και σε αντικρίζω στο μπαούλο μου σκυφτό
θέλω να μπω μες στο μυαλό σου
να μάθω τι σε στεναχωρεί
έχει κρύο στη χώρα σου;
μήπως τελείωσαν τα ξύλα στο τζάκι πίσω σου;
και τα παπούτσια σου γιατί έχουν διαφορετικό χρώμα;
είσαι παμφτωχός;
δεν έχεις χρήματα;
πεινάς;
για να δω
στολή εργασίας είναι αυτή που φοράς;
μήπως έχασες τη δουλειά σου σήμερα;
ή μήπως είναι οι πιτζάμες σου;
τι είναι ρε γεράκο;
είναι νύχτα έξω; 
δεν μπορείς να κοιμηθείς μόνος σου;
μήπως πέθανε η γυναίκα σου πρόσφατα;
μήπως το παιδί σου είναι στο ψυχιατρείο;
μίλα επιτέλους
πονάς κάπου;
κάθε μέρα σκυφτός δεν πιάστηκες;
κάθε νύχτα σκυφτός δεν πιάστηκες;
με ακούς που σου μιλάω;
άκου μια λέξη που διάβασα
"ηλιόνταλο"
την άκουσες;
μήπως σου λείπει το δεξί αυτί;
μου προκαλείς θλίψη το ξέρεις;
θέλω να μπω στη φωτογραφία να σου χαϊδέψω τη φαλάκρα 
αλλά δεν είμαι τόσο καλός άνθρωπος
κι εσύ έχεις αρχίσει να μου τη σπας
μου τη σπας, μ΄ακούς;
θέλω να μπω και να σε χαστουκίσω
ξυπνάω και μου χαλάς τη διάθεση
σήκωσε λίγο το κεφάλι σου
έχεις καταντήσει βαρετός
καλός κι ο πόνος 
με μένα μιλάς
αλλά όχι κι έτσι
μήπως ντρέπεσαι που κλαις;
καλά εμένα ντρέπεσαι;
εγώ που κατοικώ στην Ελλάδα;
δε βλέπεις τα αυλάκια μου στα μάγουλα;
τι νομίζεις τα 'σκαψε;
γιατί κρύβεσαι;
μήπως δε θες να βλέπεις άλλο την πραγματικότητα;
τι υπάρχει γύρω σου;
μοναξιά;
τι χρώμα έχουνε τα μάτια σου;
μοναξιά;
σου λείπουνε τα δόντια;
μοναξιά;
θα με τρελάνεις ρε γεράκο
μίλα μου λίγο
ένα δευτερόλεπτο μόνο
δεν έχω δει ποτέ παππού να κλαίει
με τρομάζεις ρε γεράκο

17/10/14

Το αδιάψευστο ψέμα της Αμφίπολης

Πολύ όμορφο το ψηφιδωτό στην Αμφίπολη δεν αντιλέγω. Και οι Καρυάτιδες σε καθηλώνουν. Κι ο υπόλοιπος διάκοσμος υπέροχος. Οφείλουμε όμως να αναρωτηθούμε και κάτι ακόμη: πόσοι είχαν τη δυνατότητα να ταφούν σε έναν τέτοιο χώρο; Θέλω να πω πως αντί να αναρωτιόμαστε μαζί με εκατομμύρια άλλους ανθρώπους ανά τον κόσμο για το ποιος είναι ο ένοικος του τάφου ας αντιστρέψουμε για λίγο το ερώτημα και να αναρωτηθούμε το εξής: ποιοι δε θα μπορούσαν να ταφούν στο εν λόγω μνημείο; Και η συγκεκριμένη απάντηση είναι πιο χρήσιμη για την αρχαιολογική γνώση: οι περισσότεροι.

Διότι αυτό που συμβαίνει στην Αμφίπολη δεν αυξάνει τις γνώσεις μας για την αρχαία εποχή. Για την ακρίβεια περισσότερο διαστρεβλώνει την αλήθεια καθώς η συγκεκριμένη ανασκαφή, όπως άλλωστε και οι περισσότερες του είδους, αφορούν την απόλυτη μειοψηφία εκείνου του κόσμου αφού καταπιάνονται μόνο με τη μνημειακή και βασιλική ιστορία, που αποτελούν και τη μειονότητα της κοινωνίας. Θαρρείς πως στη Μακεδονία ζούσαν μόνο βασιλείς. Θαρρείς πως στη Μέση Ανατολή σήμερα υπάρχουν μόνο τα παλάτια των δικτατόρων. Το τι συμβαίνει στην καθημερινότητα, το πώς ζούσαν οι απλοί άνθρωποι τότε, δεν ενδιαφέρει και πολύ τον αρχαιολόγο, ούτε και τους ανθρώπους που τώρα μαγεύονται από τα ευρήματα.

Δίπλα σε αυτούς τους μνημειακούς τάφους υπάρχουν στην Ελλάδα διάσπαρτοι λάκκοι με θαμμένους ανθρώπους που κανείς δε μνημονεύει. Δίπλα τους έχουν κτερίσματα ταπεινά, όχι από χρυσό αλλά από πηλό, συναισθηματικά πολύτιμα μόνο για τον πεθαμένο, με τα οποία σχεδόν κανείς δεν εντυπωσιάζεται. Και μέσα σε αυτούς τους λάκκους στοιβάζονταν τα άψυχα σώματα το ένα μετά το άλλο, καθώς μετά από λίγο καιρό ξανάνοιγαν το λάκκο, παραμέριζαν το νεκρό σώμα του προηγούμενου και έριχναν μέσα το επόμενο. Και ξανά το επόμενο. Και ξανά το επόμενο.

Τραγωδίες αμνημόνευτες και λησμονημένες από τον πολιτισμό που σαγηνεύεται από την εξουσία. Τραγωδίες που εξανεμίστηκαν μέσα στη θεαματική υποκρισία της επίσημης ιστορίας. Ας το παραδεχτούμε. Αυτό που συμβαίνει στην Αμφίπολη είναι ένα αδιάψευστο ψέμα.


Πολυχρόνης Λεμπέσης / Καθιστό κορίτσι

14/10/14

Να διωχθεί η Ελλάδα να σωθεί ο τόπος μας

Μετανεωτερισμοί, αναλύσεις, νέες επικοινωνίες, θεωρίες, μεγαλέξανδροι και μαλακίες. Τίποτα δεν αλλάζει στη Ελλάδα. Μόνο η πρόσοψη. Τα γκράφιτι. Οι πιάτσες της πρέζας. Η γεύση του καφέ. Τα ίδια ατυχήματα συμβαίνουνε στην Εθνική, οι ίδιοι ψήφοι εμπιστοσύνης στη Βουλή. Η χώρα αυτή τον ήλιο της δεν τον δικαιώνει. Χωματερές, νταμάρια, χρυσοθήρες. Ό,τι προλάβουνε να αρπάξουνε. Ίδια σκατοψυχιά στη δεξιά, ίδια οσμή νομενκλατούρας και στ’ αριστερά. Αντί ν’ ακούμε στα κρυφά το Μητροπάνο τώρα ακούμε στα κρυφά Σαββόπουλο. Τίποτα δεν αλλάζει τόσα χρόνια. Ξενοφοβία, διαπλοκή, διδακτορική διατριβή, καριέρα, μάχη καθημερινή για μiα γνωριμία υψηλή. Αιώνες θα μας κυβερνούν οι αναλφάβητοι στα μάτια. Στη χώρα αυτή κάθε φρίκη φέρνει μαζί και τη συνήθειά της. Ο νόμος της αγοράς είναι σαφής: η πληγή επουλώνεται όταν βγαίνει για ψώνια ο πληγωμένος. Κάθε καινούργιο ρούχο κι ένας νέος εαυτός. Ο έρωτας παίρνει αγκαζέ το lifestyle και το φεγγάρι μνημονεύεται από τις μάζες μόνο όταν γίνεται πανσέληνος. Σιγά την αλλαγή. Τίποτα δεν αλλάζει τόσα χρόνια. Μόνο το θράσος των ζητιάνων μεγάλωσε, τώρα πια σκουντάνε όταν δεν τους δίνεις σημασία. Τίποτα δε γεννιέται δω. Οι αγαπάω τη δουλειά μου μας γαμάνε τη ζωή. Η χώρα αυτή τον ήλιο της δεν τον δικαιούται. Αισθητική, κομψότητα, μονόπετρα, λεπτά τσιγάρα και στο σπίτι πίνακες απ’ το Ικέα. Καταραμένη η χώρα που η τέχνη της έχει ανάγκη να στεγάζεται στο ίδρυμα Ωνάση. Καταραμένη η χώρα που γνωρίζει ποιο πρόσωπο αντιστοιχεί στο όνομα Άννα Παναγιωταρέα. Χορηγίες, διαφημίσεις, ιδρυματισμός και κλίκες. Κι οι λαχειοπώληδες τριγύρω από την Ομόνοια τριάντα χρόνια ίδια φάτσα. Τίποτα δεν αλλάζει. Μόνο το χρώμα στα λαχεία μεταβάλλεται. Κορνάρουνε αλλεπάλληλα τα γιωταχί, στο προαύλιο η προσευχή κάνει το παιδί σφαχτάρι, κι οι πατριώτες είναι οι ρουφιάνοι του θεού. Δεν κινείται εδώ η γη. Απλά γυρίζουμε όλοι μέσα στις μπετονιέρες του Μπόμπολα. Κι αν τα τραίνα αυξάνονται είναι γιατί μας θέλουν χωρίς πόδια. Οι διανοούμενοι να κρίνουν μόδες κι η ουσία μία κι απαράλλαχτη: αυτή η χώρα έχει τύφο. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Πρέπει να διωχθεί η Ελλάδα να σωθεί ο τόπος μας.





*

9/10/14

π ώ ς ;


δίκιο είχαν τελικά
ο έρωτας μάς κάνει αόρατους
όμως μου λες πώς να σ' αγγίξω τώρα;


σαρωνικός / 7.10.14



29/9/14

Νίκος Γραμματικός - Μήδεια

Είναι όμορφο να υπάρχει μια πορεία, ένα τελετουργικό, μια Ιερά Οδός που πρέπει να διασχίσεις για να φτάσεις το μυστήριο. Στη δικιά μου περίπτωση όλα πήγαν λάθος. Η πορεία προς τη Μήδεια του Νίκου Γραμματικού περνούσε μέσα από ένα νοσηρό γκαλά, αφού αν ήθελες να παρακολουθήσεις την ταινία έπρεπε πρώτα να υποφέρεις δυο επιτροπές από ειδικούς του κινηματογράφου να βραβεύουν νέους δημιουργούς με παρουσιαστή έναν Ορέστη Ανδρεαδάκη. Νέα παιδιά, τα περισσότερα όντως ταλαντούχα αν και με μια ισχυρή φιλία στην πλάτη, κάνοντας πως δε γνώριζαν την αντίφαση μεταξύ του να δημιουργείς και του να κάνεις καριέρα, ανέβαιναν να παραλάβουν το βραβείο τους και ευχαριστούσαν κόσμο και χορηγούς ακατάπαυστα, έκαναν χιούμορ απευθυνόμενα στην υφήλιο, χειρονομούσαν τάχα μου αμήχανα στο κοινό από κάτω που έβριθε από τις τοπικές μας διασημότητες. Κάποιοι βραβευμένοι απουσίαζαν και έσπευδαν οι διοργανωτές να μας ενημερώσουν πως βρίσκονται εκτός Ελλάδας ή πως γεννάει ο σκύλος τους, ώστε να μην κλονιστεί ο θεσμός των νυχτών πρεμιέρας.

Με αρκετή ώρα καθυστέρηση και μέσα σε αυτό το ματαιόδοξο κλίμα πήρε το λόγο ο Νίκος Γραμματικός, που από σεβασμό υποκρίθηκε ότι ποτέ δεν έγραψε πως «οι καλύτεροι δεν πιστεύουν πια σε τίποτα και οι χειρότεροι είναι διψασμένοι για νίκες» και άρχισε επιτέλους η προβολή της πολυαναμενόμενης, σε μένα τουλάχιστον, ταινίας.

Ένας εμμονικός άθλος, ένα αντικινηματογραφικό κατόρθωμα, μια ταινία παραξενιά. Ο θεατής μπαίνει μέσα στο μυαλό του σκηνοθέτη και βλέπει όχι την ταινία του αλλά την προσπάθεια του να τη γυρίσει. Ουσιαστικά για 93 λεπτά παρακολουθούμε το making-of μιας ταινίας που δεν γυρίστηκε ποτέ. Δεν θα μπορούσε να γυριστεί. Ο σκηνοθέτης παλεύει με σαυροειδείς δαίμονες, απελπίζεται, είναι αδύνατον να κατανοήσει την ιστορία της Μήδειας. Όμως το πάθος του αποδεικνύεται ισχυρότερο από τη λογική του και επιμένει. Στην προσπάθειά του να απεγκλωβιστεί ζητά τη βοήθεια φίλων του, ηθοποιών, ερευνητών, ενώ για διαφορετικούς λόγους βγαίνει στο δρόμο σαν τον Παζολίνι στο love meetings και ως μια πράξη σωτήριας απόγνωσης αρχίζει και ρωτάει τον κόσμο. «Δεν υπάρχει οργή πιο φοβερή και αθεράπευτη από αυτή που γεννιέται σε ανθρώπους που είχαν αγαπηθεί». Έτσι αρχίζει σιγά-σιγά να τοποθετεί την τραγωδία χρονικά στο παρόν, χωρικά στο νησί της Σαλαμίνας. Σε μια κρίση απελπισίας ο σκηνοθέτης λέει από μέσα του «εμπρός καρδιά μου οπλίσου» και μας το ομολογεί: δε θέλω να γυρίσω ταινία, ψάχνω να ξορκίσω το χωρισμό μου. Το σενάριο θολώνει. Επιχειρούνται γυρίσματα σε ένα νταμάρι με φόντο ένα νεκροταφείο πλοίων του ΟΛΠ. Αλλά και αλλού, σε διάφορα μέρη, με διαφορετικούς ηθοποιούς κάθε φορά. «Χρήμα, εξουσία, δόξα: μπουρλότο, φουρνέλο όλα». Τώρα η Μήδεια αλληγορεί τον Ήλιο, λαμβάνει διαστάσεις φυσιοκρατικές. Η εκδίκηση της μας αφορά. Κι ύστερα κατεβαίνουμε σε ένα ανήλιαγο αμπάρι. Ο Ιάσωνας που πρόδωσε τη Μήδεια, ένας μεγαλοοφειλέτης του δημοσίου με πέντε εξοχικά, περιμένει στο θρόνο του να ανακηρυχθεί βασιλιάς. «Κακό γάμο να έχει ο προδότης». Η Μήδεια συλλαμβάνει το σχέδιο. Θέλει να τον εξοντώσει φωτίζοντάς τον. Κι εκεί που η ιστορία μπαίνει σε μια σειρά, ο πανεπιστημιακός Χουρμουζιάδης βάζει τα κλάματα στο σπήλαιο του Ευριπίδη. Εκεί που πας να συγκινηθείς, ο Μουρίκης αρχίζει να μιλάει στη γλώσσα των Σαμουράι και όλο το σινεμά δονείται από τα γέλια. Κι ύστερα πάλι πίσω στο σπαραγμό.

Συναισθηματικοί καταιγισμοί σε πολλαπλά χρονικά επίπεδα θολώνουν την ακεραιότητα της αφήγησης. Εφτά χρόνια σκηνοθετικής προσπάθειας για ένα αποτέλεσμα στο οποίο δεν δίνονται καθαρές απαντήσεις. «Να βρούμε το στόχο», φωνάζει ο Χατζησάββας στη συνεδρία. Αν άρχιζες απ’ την αρχή θα το ξανάκανες; «Όλο;». Ένας πολύτιμος καπνός, ένα πνευματικό νεφέλωμα, σπάει τη γραμμικότητα του χρόνου, δεν επιτρέπει να φανεί κομματιασμένη αλλά καθαρή η εικόνα από πίσω. Συλλαμβάνεται λοιπόν μια ιστορική ολότητα που συνδέεται από αυτό ακριβώς το θάμπος, από την αδυναμία του σκηνοθέτη να κατανοήσει μονομερώς το μύθο του Ευριπίδη. Ευτυχώς, δυστυχώς δεν είναι εύκολο να δώσεις απάντηση. Σίγουρα πάντως «αν μπεις μέσα θα τα βρεις σφαγμένα». Τα νοήματα. Το χρόνο. Τη λογική ερμηνεία των πραγμάτων.




όλο;