24/1/15

συντριπτικό

Περίεργο σαββατοκύριακο βροχερό, ποτέ δε θυμάμαι εκλογές με βροχή. Όλα τα άλλα όμως τα θυμάμαι. Γιατί πάλι θα γυρίσεις στο νησί να κυνηγάς κελεμπίες φαντασμάτων. Γιατί δεν είναι ότι πας να ψηφίσεις, ποτέ δεν πας στα αλήθεια για αυτό, αλλά να, είναι που θυμάσαι τους απόντες του Γραμματικού που γυρίστηκαν λίγο πιο κάτω από το σπίτι σου. Την καταραμένη παρέα έξι παιδικών φίλων να κάθονται την Κυριακή των εκλογών του '89 έξω από το εκλογικό κέντρο του Πασόκ. Εκεί ακριβώς που σε τραβολογούσε συνέχεια ο πατέρας σου. Τι ψάχνεις, για αναπαράσταση;

Ο συνασπισμός το βράδυ θα είναι ρυθμιστής, ακούγεται στο 57:23. Η ΝΔ θα βγάλει γύρω στο 45%, ακούγεται στο 58:11. Δεν είμαστε τυπικό δείγμα εμείς, λέει ο Μουρίκης στο 58:00 με γυρισμένη την πλάτη. Μόλις βγάλετε τα πρώτα συγκεντρωτικά κάνε μου ένα τηλέφωνο, θα πει ο Χειλάκης στο 58:11. Τι κάθομαι και σου λέω τώρα; Πώς μπορώ να σου δώσω να καταλάβεις ότι εκεί που ο Χατζησάββας πηδάει στο κενό στο 44:18 έκανα σημάδι στο δεξί γόνατο;

Δεν έχει σημασία κι αν δεν καταλαβαίνεις ακριβώς. Κουβαλάς και συ τα δικά σου σημάδια στα γόνατα. Τις δικές σου επιστροφές στο νησί. Ξέρεις πώς είναι να τα βρίσκεις όλα αλλαγμένα. Γιατί κανείς δεν είναι εδώ πια. Κι αλήθεια, με μνημονεύει εξίσου κάποιος από τους παιδικούς μου φίλους; Αναρωτιέμαι. Κοιτάω τη θάλασσα κι αρχίζω τότε να θυμάμαι όλα τα ηλίθια περιστατικά, να νοσταλγώ εκείνη την εποχή γιατί απλά τυγχάνει να ήμουνα παιδί. Πόσο ύπουλη η νοσταλγία. Μέχρι και το Λαλιώτη συμπαθώ στις σχολικές μου αναμνήσεις. Κοιτάω τώρα τη θάλασσα, λίγες ώρες πριν ανοίξει ο δεύτερος κύκλος της μεταπολίτευσης, κι αναρωτιέμαι πώς γίνεται να νοσταλγώ τη φρίκη, τα σημαιάκια, τα κορναρίσματα και τη λαμέ ζωή. Κοιτάω τη θάλασσα και νιώθω τόσο ηττημένος. Σκορπίσαμε σαν χτυπημένη διαδήλωση. Βολευτήκαμε στη φρίκη της καθημερινότητας μας για να μπορούμε να απολαμβάνουμε την ηδυπάθεια της εξαίρεσής μας. Ωραίο το κόλπο ε;

Δεν έχει σημασία κι αν δεν καταλαβαίνεις. Σίγουρα καταλαβαίνεις. Άλλωστε κι εσύ αν κάτσεις να μετρήσεις τα σημάδια στα γόνατα θα δεις πως βγαίνουν οι παιδικές φιλίες ακριβώς. Πέτρος Γιώργος στο δεξί. Κατερίνα και Αντρέας στο αριστερό. Όμως γίνομαι μελό. Πρέπει να κλείσω.





σιγά μη στρίψει ο μαλάκας

10/1/15

O Μωάμεθ είναι Charlie


τα χιλιάδες όπλα που αγόρασε ο Ρεμπώ από την Ευρώπη 
και τα μετέφερε στην Αφρική 
είναι οι προπαππούδες των καλάσνικοφ 
που επιτέθηκαν στο Charlie Hebdo 

η φανατισμένη ευλάβεια του Ισλάμ 
δικαιώνει τη ναρκισσιστική ελευθερία της Δύσης 
η μπούρκα κρύβει πίσω ετικέτα H&M 

ο καπιταλισμός είναι εξτρεμισμός διαβίωσης 
ο καταναλωτής είναι ο μουσουλμάνος της υπεραξίας 
ο πολίτης του ελεύθερου κόσμου είναι εσώκλειστος στον πολιτισμό του 
η ελευθερία του λόγου είναι ο αθυρόστομος δεσμοφύλακας έξω απ' το κελί 
οι νεκροί σκιτσογράφοι είναι ήρωες στο κοράνι του διαφωτισμού 
ο διαφωτισμός είναι ένα κοράνι χωρίς φαντασία 
ο δυνατός προβολέας είναι ανίκανος να δει πίσω του 
το κοράνι είναι η βίβλος τη νύχτα 
η νύχτα είναι σκοτάδι χωρίς άνθρωπο 
ο διάλογος χτίζει καριέρες 
κι ο Μωάμεθ είναι Charlie

τα κράτη ομογενοποιούνε μνήμη 
τα έθνη ομογενοποιούνε λήθη 
οι πολιτισμοί ομογενοποιούνε μίση 
οι λαοί ομογενοποιούνε πάθη 

ο πολιτισμός θεμελιώνεται πάνω στον μυστικό ρυθμό του 
η σύγκρουση πολιτισμών είναι ένα σκοτεινό καλλιτεχνικό ξεκαθάρισμα 
ένας διαπληκτισμός φαντασίας και μύθου 
η τζιχάντ είναι η κιτς αντιτέχνη στον ψευδή βαγκνερισμό του ΝΑΤΟ 

η μπούρκα καπηλεύεται τον Γκυ Ντεμπόρ γιατί τον κάνει θρήσκο 

το πρόταγμα δεν είναι η πίστη ή η αθεΐα αλλά η απιστία 
η απιστία είναι η αυτοδημιούργητη θρησκεία του καθενός 

ο Βερλαίν δεν πυροβόλησε τον Ρεμπώ 
απήγγειλε ποίηση στη νοηματική κρατώντας ένα σκεύος

ο Ρεμπώ ασπάστηκε το κοράνι 
μέσα στο όνειρο του Οβελίξ 

10 
αλληλεγγύη στους απολίτιστους ουτοπιστές που πλήττονται απανταχού

11
μιναρέδες κι Αϊφελ στον πρωκτό της ιστορίας 

12
τα όπλα έχουν σόγια 
δε στεφανώνονται οι άνθρωποι 
οι μπαλωθιές παντρεύονται 

13
κοίτα μαμά! 
και τα ποιήματα καπνίζουνε στις κάννες τους 

***



6/1/15

Μοίρα, έχεις τον γραφικό μου χαρακτήρα;

Ο Ρεμπώ δεν είναι ποιητής. Είναι ένας οραματιστής. Τα κείμενά του μοιάζουν με κώδικες που φανερώνονται σε μας αργά, δεκαετία με τη δεκαετία. O Ρεμπώ δεν είναι ποιητής. Είναι ο άνθρωπος που αποκήρυξε την τέχνη εν ζωή από πολύ νωρίς, μπήκε και περπάτησε ανήθικος στην απαγορευμένη ζώνη. Είναι ο άνθρωπος φυγή, ο άνθρωπος φούγκα, που τα ίχνη του χάνονται στην Ευρώπη και σβήνουν σε σκοτεινές περιοχές της Αιθιοπίας. Μόνο κάποιες επιστολές φανερώνουν σε μας λιγοστές πατημασιές του. Αν θεωρήσουμε τα γράμματα αυτά αντιπροσωπευτικά πρέπει να το ομολογήσουμε: ο άνθρωπος που είχε υποσχεθεί πως «ποτέ δε θα δουλέψει» τώρα έγινε μεροκαματιάρης. Ο άνθρωπος που ζούσε πάμφτωχος μέσα στην ακολασία, τώρα αποταμιεύει λεφτά για να γυρίσει πίσω στην πατρίδα και να παντρευτεί. Η αυταρχική και μισητή του μητέρα τώρα αποκαλείται αγαπητή μου μαμά. Ο ανυπότακτος Ρεμπώ, ο βασιλιάς της ανομίας, τώρα έχει έγνοια για την ανυποταξία του και θέλει να υπηρετήσει όταν επιστρέψει στη Γαλλία. Τι διάολο συμβαίνει; Πράγματι το εννοούσε όταν έγραφε πως «εγώ είναι ένας άλλος;» κι ότι «αποφάσισα να γίνω ο καθένας;» Μήπως τελικά εγκατέλειψε την ποίηση για να πράξει τα λεγόμενά του; Ναι. Όντως. «Τον φανταζόμουν με όπλα, με ένα άλλο πρόσωπο» θα γράψει παιδί ακόμα. Χρόνια αργότερα το ποίημα θα του βγει αφού «θα οργανώσει ένα καραβάνι και μέσα στην καυτή έρημο θα οδηγήσει ένα εμπόρευμα γεμάτο όπλα στον Μενελίκ, το βασιλιά της Σόα». Είναι ο άνθρωπος που αργότερα, σε κάποια βάθη της Αφρικής, με το δεξί πόδι «πρησμένο σαν μπάλα», θα φτιάξει ένα φορείο μόνος του, θα ρίξει από πάνω ένα πανί, και θα τον μεταφέρουν παλλόμενο δυο βδομάδες μέσα στην έρημο δεκάξι «νέγροι αχθοφόροι», λες και πήγαιναν το βασιλιά τους. Είναι ο άνθρωπος που «έχοντας πίστη στο δηλητήριο» ούρλιαζε στα παραισθησιογόνα ποιήματά του «χορός χορός χορός» λες και γνώριζε  καλά πως στην κατακλείδα της ζωής του θα τού ακρωτηριάσουν μέχρι πάνω το δεξί πόδι. Τα γράμματά που στέλνει από το νοσοκομείο είναι αρχέτυπα σπαραγμού. Ακόμη κι έτσι όμως, μια μέρα πριν το θάνατό του, με το ένα και μοναδικό του πόδι στον τάφο, αυτός θα επιχειρήσει μέσω αλληλογραφίας να βγάλει εισιτήριο ώστε να επιστρέψει στην αγαπημένη του Αφρική. Ο Ρεμπώ δεν είναι ποιητής. Είναι ο άνθρωπος που σάρκασε το πεπρωμένο του και μόνο με όρους θυσίας μπορεί να κατανοηθεί η ζωή του.

με λίγα λόγια
τα μεσάνυχτα της τετάρτης
το ντελίριο θα είναι ρεμπωειδές
και το ποδαρικό θα επιχειρηθεί με πατερίτσα

και ένα / και δύο

αρχική photo: masao yamamoto

30/12/14

τι καιροί τι πύργοι

ο ενθουσιασμός δε συμφωνεί με την αμφιβολία
είναι θέμα θεολογίας
πάλι τα πλήθη χειροκροτούσανε για αλλαγή
βουβαίνοντας την επανάσταση

η ιστορία έχανε τη φαντασία της

και τότε ένας παππούς πήρε το παιχνίδι πάνω του
ντύθηκε αγιοβασίλης
έβαλε και ένα σκούφο
πήγε και κρεμάστηκε νύχτα απ' το μπαλκόνι του

-«τι ωραίος στολισμός», είπε μια περαστική την άλλη μέρα
-«και τι ζωντάνια ε;», απάντησε ο σύζυγος

30.12.2015


14/12/14

με χαλασμένο το πρόσωπο η γενιά μου


όλη η ανθρωπότητα είναι μια χήρα
που φροντίζει τον τάφο ενός που δεν αγάπησε
Σύσσημον


προσπάθησα να μπω στο μυαλό του Πάουντ
μπήκα κι έχασα το δικό μου
όταν τον άκουσα να λέει πως
η ποίηση πρέπει να αγνοεί επιδεικτικά τις συμπάθειές της
προπάντων αυτές, μου λέει
κι όσο για τις αντιπάθειες
να κλαις που δεν υπάρχουν καν για να τις προσπεράσεις

άκου τι μου είπε
το έργο δεν πρέπει απλά να διαχωρίζεται από το δημιουργό
το έργο πρέπει να μισεί το δημιουργό του
κι οι δρόμοι που οφείλεις να πάρεις είναι μπλεγμένοι από άντερα προβάτου

έλεγε έλεγε πως
πρέπει να έρθει η στιγμή που θα διαβάσεις το ποίημά σου
και θα σε κάνει να δώσεις συγχαρητήρια σε αυτόν που το έγραψε

άκου τι μου είπε
η ποίηση είναι ο χρόνος που ξεμένει από μπαταρία
και το τικ-τακ αργόσυρτο
τραβιέται με ηχώ
κι ο χρόνος πυκνώνει
γίνεται ατέλειωτος
έτσι που μοιάζει σαν την πρώτη μέρα στη δουλειά
σε μια δουλειά που δε θέλησες να έχεις
όντας για πάντα άεργος
όντας αιώνιος σπουδαστής που μελετάει
το μείζων ζήτημα του σηκώματος της τρίχας

έλεγε έλεγε πως
ο λόγος ο ορθός είναι ο νέος τρόμος
ο ακέραιος εαυτός η νέα φυλακή
ο προσδιορισμός ο απόλυτος περιορισμός
κι ο διάλογος η νέα καταδίκη

έλεγε έλεγε πως
η αγαθοσύνη του συνθήματος που ξεφωνίζει ότι
«η επανάσταση είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη»
πρέπει επιτέλους να τελειώσει
γιατί η μνήμη πρέπει να γίνει λήθη
να χάσει όλα της τα δεδομένα
να διασχίσει το βούρκο της ατέλειωτης πληροφορίας
να περάσει απέναντι με τη σχεδία
και να γίνει ουσία και συναίσθηση
μια ακλόνητη πεποίθηση κι όχι ισχυρισμός
μια πράξη που δε νοιάζεται για άλλοθι
ούτε και για πειστήρια
ούτε για την πειθώ

κι ας μου κάνει το σύννεφο γκριμάτσα να σταματήσω
τα πράγματα αυτά πρέπει να ειπωθούν
κι ας γίνει φασαρία στον Όλυμπο
έλεγε έλεγε πως
τον όρκο σιωπής τον πήρα
γιατί μια νύχτα άκουσα την πρώτη αστραπή να πέφτει
και πέφτοντας να λέει στη βροχή «εδώ να πέσεις»
γιατί μια νύχτα άκουσα το κούτσουρο μες στη φωτιά να μουρμουρίζει ότι 
«δεν ξέρω να γεννάω τη φωτιά μόνο να καταπίνω φλόγα ξέρω»
γιατί μια νύχτα είδα μέσα στα αποσιωπητικά να φυτρώνει η φράση
«η τέχνη δεν κρατάει κακία»

έλεγε έλεγε πως
η λέξη δεν είναι λέξη στην ουσία της
αλλά σιωπή που δεν τολμήθηκε
προαίσθηση ματαιωμένη
έρωτας που κατάγεται από το προξενιό

έλεγε έλεγε πως

αξίζει να απομακρυνθείς από τον βαρβαρικό όχλο
ξάπλωσε στο χορτάρι του Δεκέμβρη
κλείσε τα μάτια σου και εξασκήσου
νιώσε το σώμα σου μια λάβα να μπαίνει μες στα μάτια σου
νιώσε το σώμα σου να καίει το ίδιο σου το σώμα
προσπέρασε τον εαυτό σου κι άκου τον πώς ουρλιάζει να γυρίσεις πίσω
δες πώς είναι να ανήκεις στην τάξη που δεν έχεις
νιώσε το μίσος που αισθάνεται ο κέδρος για το κέρδος

νιώσε την αδιαφορία σου για τις ιδέες που θέλουν να αρέσουν
νιώσε την αδιαφορία σου για τις τέχνες που θέλουν να αρέσουν
νιώσε την αδιαφορία σου για τους ανθρώπους που φτιασιδώνονται

που αγαπούν επειδή τους συμφέρει
γιατί έχουν πιστέψει πως υπάρχει διαφορά ανάμεσα 
στην ανδρική και τη γυναικεία κολόνια

μέχρι που στο τέλος μου 'πε
για γύρνα να σε δω
ω νεαρέ
το πρόσωπό σου σκιάχτρο για τους ερωτευμένους