10/4/14

"Αδράξτε τη Νύχτα" - Η τελική γραφή της Ψυττάλειας


στις 6 Ιουλίου 1931 στην εφημερίδα "Ελεύθερος Άνθρωπος" 
ο Παλαμάς δίνει μια συνέντευξη στον Γ. Δημάκο που είχε τίτλο 
"Γιατί αυτοκτονούν οι ερωτευμένοι;" 

Όπως οι χαλύβδινες ράγες έχουν αποθηκεύσει μέσα τους το ουρλιαχτό του αυτόχειρα από τη βουτιά του στις γραμμές του τραίνου και το επαναλαμβάνουν κάθε φορά που περνάει η αμαξοστοιχία, με τον ίδιο τρόπο η τελευταία παλίμψηστη έκδοση της Ψυττάλειας έχει αποθηκεύσει μέσα της το πάλεμα της άνοιξης να μπει μέσα στην πόλη. Κι αν όλο αυτό σου μοιάζει με μια μεταφυσική πρόκληση, μην εκπλαγείς αν εντοπίσεις κάποιο ζωύφιο που έχει τρυπώσει στο βιβλίο. 

δεν πρόκειται για ανθρώπους που μπορούν 
να μας κινήσουν την παραμικρή συμπάθεια

Όπως τα τραινάκια που έκαναν σβούρες στα παιδικά δωμάτια επιστρέφουν τώρα στο όνειρο επιστρατευμένα και γεμάτα στρατιώτες να τα παίρνουν στο κατόπι κλαίγοντας οι συγγενείς, ομοίως και η έκδοση της τελευταίας γραφής της Ψυττάλειας φιλοδοξεί να μετατρέψει την ποίηση από ένα χόμπι σαλονιού με Μόραλη στους τοίχους σε μια διαρκή αναμέτρηση, αφενός με τα πολιτισμικά όρια που επιβάλλονται μέσω θεσμών στην κοινωνία, και αφετέρου με τα προσωπικά όρια που εκφράζονται με στερεότυπα στο άτομο. Πάλι δε μιλάω για μεταφυσική αλλά για ιστορία: Ο Α. Εμπειρίκος δεν έγινε ποιητής επειδή έγραφε σημαντικά. Έγινε ποιητής διότι απαρνήθηκε την πατρική περιουσία.

είναι τύποι ξεχαρβαλωμένοι, 
υστερικοί, παθολογικοί 

Όπως ο σταθμάρχης στην Κωνσταντινουπόλεως, πίσω από την Πειραιώς, κάνει σινιάλο στο διερχόμενο τραίνο να περάσει χρησιμοποιώντας ακόμα φακό, ομοίως κι η έκδοση της τελευταίας γραφής της Ψυττάλειας χρησιμοποιεί για άλλη μια φορά την αναχρονιστική μέθοδο του παλίμψηστου, κατεβάζοντας τις μπάρες στον ελιτισμό της διανόησης μέσω της άσκησης χειρωνακτικής εργασίας, και διεκδικώντας έτσι πεδία αυτονομίας και αυτοέκφρασης. Φυσικά πάλι δε μιλάω για μεταφυσική. Το γνωρίζουν καλά άλλωστε όσοι έχουν διαδράσει με το πρότζεκτ τούς δεκατέσσερις μήνες ύπαρξής του, και έγιναν λάθροι συνταξιδιώτες σε αυτήν τη διαδρομή.

πρέπει να μελετηθούν από ειδικούς νευρολόγους, 
ψυχιάτρους και κοινωνιολόγους

Κι αν μιλάω τόση ώρα για τραίνα είναι που έφτασε ο καιρός να σας πω ευχαριστώ για τα κάθε λογής καύσιμα που βάλατε στο ταξίδι μας, το οποίο αγγίζει τώρα πια τον τελικό προορισμό του, 'την ευσεβεστέρα των καλογραιών, τη νύχτα'. Γιατί αισθάνομαι πως η τελευταία γραφή της Ψυττάλειας είναι ένα φυσικό τέρμα, μιας και ολοκληρώνει τον κύκλο του πρότζεκτ, γιόμα γιόμα, μέχρι πανσελήνου. Φαίνεται πως τώρα είναι η πιο κατάλληλη ώρα να βγούμε και να "Αδράξουμε τη Νύχτα". 

οι ερωτευμένοι αυτοί δεν διαφέρουν 
από τους κοινούς εγκληματίας


To Προικισμένο Παιδί στο θρόνο του || www.apiastosleizer.com

Το ποίημα της Ψυττάλειας που τώρα παίρνει το τίτλο Αδράξτε τη Νύχτα μεγάλωσε, εικονοποιήθηκε από τον @apiastosleizerάλλαξε ποιητικό προορισμό ή μήπως έφτασε; H γραμματοσειρά του είναι χειρόγραφη, η μορφή του κειμένου αμετάκλητη και η πλέον αποδεκτή από πλευράς μου, ενώ το λογοτεχνικό σώμα που θα συνεισφέρει στην παλίμψηστη μεταποίηση, ανήκει στα άπαντα του Κ. Παλαμά, εξαφανίζοντας έτσι κάθε παλαμικό ίχνος που υπήρχε στη βιβλιοθήκη μου. Η τιμή του βιβλίου είναι 10 ευρώ. Ελλείψει χρημάτων, στείλτε ένα μέηλ για δωρεάν ταχυδρομική αποστολή. 


Από τη Μεγάλη Τετάρτη με πανσέληνο στα γνωστά σημεία διανομής

όλαείναιποδαρόδρομος

4/4/14

το λακάκι στον κρόταφο η φύση το φτιαξε για την κάνη;


Εδώ που βρίσκομαι ένα αμόνι αν πέσει δε θα χρειαστεί εννιά νύχτες για να φτάσει, όπως λέει ο Ησίοδος στη Θεογονία. Ποια Θεογονία δηλαδή και ποιες εννιά μέρες; Εδώ όλα έχουν ήδη φτάσει. Κι όλα είναι γήινα. Το πρώτο τραίνο των Αθηνών θα περάσει το συρμό στις 4:59 ξεστομίζοντας επαναληπτικά μια τρισύλλαβη λέξη αγνώστων λοιπών στοιχείων: γκούκουντάπ, γκούκουντάπ. Είπαμε εδώ τα πράγματα μοιάζουν ξερά, χωρίς μεταφυσική. Εκτός. Εκτός κι αν το γκούκουντάπ είναι ένα επικό ποίημα που έρχεται από τα άγνωστα και σκοτεινά βάθη της Βησιγοτθίας. Κάναν λογοτεχνία οι Βησιγότθοι;

Ξεκουλουριάζεσαι, τοποθετείς το γόνατο στη γάμπα, βάζεις τον καρπό στον αγκώνα σου, χώνεις το κεφάλι στο λαιμό σου και στέκεσαι πάλι στα πόδια σου, καθώς τα γυάλινα μάτια σου θαμπώνουν ραγδαία από την υγρασία. Τώρα περπατάς απαθής στα σκοτεινά σοκάκια γύρω από την Ακρόπολη. Ένας άστεγος βρίσκεται ξαπλωμένος στην ίδια ακριβώς στάση με χτες και με προχτές. Ίσως να 'χει πεθάνει, δεν είναι και σίγουρο. Θα το τσεκάρεις πάλι αύριο. Γιατί αυτό που σε απασχολεί τώρα έχει να κάνει με την ξαφνική συνειδητοποίηση πως δεν είσαι εσύ δίπλα σε έναν άστεγο που μπορεί να 'χει πεθάνει. Είναι δύο άστεγοι, μεταξύ των οποίων ο ένας μπορεί και να 'χει πεθάνει. Βέβαια δεν έχεις τα χρόνια του και τις κακουχίες του και θα είναι ξεκάθαρο στα μάτια του, αν τα ανοίξει ξανά ποτέ, πως κουβαλάς ακόμα πάνω σου τον παλιό κόσμο. Βρίσκεσαι απλά στο πέρασμα. Kαι θα το καταλάβει εύκολα. Όπως οι γιατροί κοιτούν τις ακτινογραφίες σου, όπως οι τσιγγάνες λένε τη μοίρα από την παλάμη σου, έτσι και οι άστεγοι σε ερμηνεύουν από το βήμα σου. Είναι που ξέρουν το μυστικό να κάνεις βήματα χωρίς να σε πηγαίνουν. Αντίθετα το δικό σου βήμα δεν είναι παραιτημένο. Φέρει ίχνη ελπίδας, προσμονής και διάφορες άλλες παθογένειες του καταναλωτικού κόσμου. Να, για παράδειγμα τώρα χρειάζεσαι επειγόντως μια γουλιά καφέ.

Μπαίνεις Θησείο και ψάχνεις για εσπρέσσο. Προσπερνάς έναν ακόμα άστεγο που κοιμάται στο γήπεδο του 5χ5, περασμένος ολόκληρος μέσα από τη γραμμή του τέρματος, εμφανώς επηρεασμένος από το τελευταίο άρθρο της Σχεδίας με τίτλο Ποδόσφαιρο: το παιχνίδι που ενώνει. Βρίσκεις και κάθεσαι σε μια τρέντι καφετέρια. Απλώνεις τα πόδια σου στην απέναντι πολυθρόνα και σηκώνοντας πίσω το χέρι σου περιμένεις να έρθουν να σου πάρουν παραγγελία. Έχει αρχίσει να χαράζει. Κοιτάς την φωταγωγημένη Ακρόπολη ενώ από πάνω ο Αυγερινός με το φεγγάρι βρίσκονται σε ευθεία. Η απόσταση που τα χωρίζει είναι ίδια με την απόσταση που δημιουργείται στα δάχτυλα όταν θες να περιγράψεις το μέγεθος του τόσοδα. Κι όμως από ένα τόσοδα άνοιγμα κάθε τόσο περνάνε οι καρακάξες των λόφων της Ακρόπολης με τη γυαλιστερή τους χαίτη. Το 'χουν βρει παιχνίδι και μπαινοβγαίνουν από το μυστικό αυτό πέρασμα. Μπαίνουν στην κοινωνία βγαίνουν αντικοινωνία. Μπαίνουν άστεγοι βγαίνουν ιδιοκτήτες. Μπαίνουν Άλωση βγαίνουν Κατανάλωση. Μπαίνουν τέχνη βγαίνουν πόλεμος. Μπαίνουν γκολ βγαίνουν ηττημένοι. Κακό σέρβις έχουνε σε αυτήν την καφετέρια όταν είναι κλειστή. Φαίνεται πως ο κόσμος αυτός δε φτιάχτηκε για τους μοναχικούς. 

Στις 6:07 τα φώτα στον Παρθενώνα σβήνουν, ο ουρανός αρχίζει και παίρνει το χρώμα της αστυνομικής ταυτότητας των Ελλήνων και κάπου εκεί ο ειρμός σου διασχίζει το επτάθρονο πέρασμα της συνείδησης, και ρευστοποιείται απευθείας. Από δω και πέρα καλύτερα θα ήτανε το κείμενο να το πιεις.





Γιατί τα ρέστα δικά σου με συγχωρείτε έχω μέρες να μιλήσω σε άνθρωπο στο τσακ είμαι να αρχίσω να λέω την ώρα στους περαστικούς χωρίς να με ρωτήσουνε η μέρα θέλει άνθρωπο η νύχτα εαυτό είναι ωραία εδώ μη ψάχνετε την επανάσταση έχει ήδη γίνει έχει ήδη γίνει από τους άλλους και μόνο ως αντεπαναστάτες θα νικήσουμε όμως για κάτσε που ανήκω γω μπερδεύτηκα τώρα και τέλος πάντων τι κάνω εδώ πέρα μια γιαγιά έβγαλε το σκύλο της βόλτα στο πάρκο έχεσε και τώρα ωχ του σκουπιζει τον πισινό με υγρό μαντηλάκι όχι όχι καλά είμαι δω τα σύννεφα σκορπισμένα σαν κοπάδι σήμερα φίλε να σε πληρώσω; κλοσάρ ντεκαφεινέ με δύο ζαχαρίνες να σε ρωτήσω κύριε σταθμάρχη έχεις παρατηρήσει πως το μηδέν έχει μέσα του δύο αρνήσεις; δυο αρνήσεις θυμάμαι έδιναν κατάφαση στο σχολείο γκούκουντάπ πάνω στο λόφο ένας παππούς ωχ πετάει αετό ψάχνω το εγγονάκι του πουθενά πουθενά υγρό μαντηλάκι κάνε τέχνη ή σκάσε είναι μόνος του και πετάει αετό τι να πω ίσως ξέμεινε απο μονάδες και ειπε να σηκώσει αετό για να πει στην αγαπημένη του ξύπνησα σαγαπώ έλα γκολ εσύ να σκάσεις η μελαγχολία σ' αγκαλιάζει η θλίψη σε χαστουκίζει η απογοήτευση σε πνίγει η απόγνωση είσαι συ η ζωή είναι μικρή για να ζήσεις μόνο μια ζωή άντε ρε φεγγάρι και ξέρεις τι; δεν υπάρχει ακρωτήρι χωρίς κόλπο κι αν δε με εμφανίζει τώρα ο καθρέφτης δεν μπορεί όμως υπάρχω κάπου υπάρχω έστω στον αόριστο του ρήματος υπάρχω δεν έχω ειρμό στο ντοκιμαντέρ του ουρανού καθηλωμένος διαταγέας πώς τα μαθηματικά λένε πως ερμηνεύουνε τον κόσμο όταν δεν υπάρχουν πουθενά στη φύση τρίγωνα τετράγωνα και κύκλοι; εδώ που βρίσκομαι ένα αμόνι αν έπεφτε δε θα ήθελε εννιά νύχτες για να φτάσει η ελπίδα ένα προεκλογικό φυλλάδιο μισοπερασμένο κάτω από την πόρτα του νεκροτομείου διψάς; τούμπαρε το σακίδιο του θοδωράκη και χύθηκε χαρτοπολτός που έχουν μέσα τα καινούργια σου παπούτσια ωχ να τη η στιγμή που νιώθεις πως δεν μισείς τον καπιταλισμό αλλά έχεις αρχίσει να τον λυπάσαι νίκησα έχασα τρώω το ρόδι από τα κόλυβα υπάρχω πες μου μια καλημέρα τα 'μαθες για τον Καρέλι; νίκησα έχασα ο τέλειος αριθμός φ στις μέρες μας είναι για τη φρίκη εδώ που βρίσκομαι το αμόνι έχει ήδη πέσει το κουβαλάνε στην πλάτη τους οι περιπλανώμενοι για να το πάνε να το πουλήσουν στον εγωιστή γίγαντα γι΄αυτο σέρνουν βαριά τα πόδια τους το συντρίμι πριν την κατεδάφιση γλιτώνει το σεισμό τι κάνεις ρε; ψωνίζεις τίποτα; μπαίνω κρόταφος πότε θα βγω πιστόλι.

26/3/14

ποιος θα σώσει το ναυαγοσώστη;


κάθε νίκη σε συνθήκες καπιταλισμού είναι εικονική
η αυθόρμητη χαρά είναι νοθευμένη και ελεγχόμενη
η ικανοποίηση του εγωισμού που μου προσφέρει η λέξη 'καταφέρνω'
αποτελεί βασικό συστατικό για να αναπαράγεται η καθεστηκυία τάξη

κάθε πράξη επιβίωσης είναι μια παραδοχή συναίνεσης στο υπάρχον,
καθώς του δίνεις την ευκαιρία να σου πει μπράβο για την προσαρμογή σου
και ενδόμυχα να απαντήσεις ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου έδωσες

στη φάρσα αυτή που ζούμε
ο προκομμένος
όπως τον αποκαλεί η κυρία που μας γέννησε
είναι και ο πιο νυχτωμένος

βέβαια το λέω εγώ
που πριν λίγο έγινα 33 χρόνων
και στο ριγούνιον του λυκείου
θα ήμουν κατά γενική ομολογία
ο πιο αποτυχημένος εκ των συμμαθητών μου

βέβαια δεν πάω σε ριγιούνιον
δεν γιορτάζω τα γενέθλιά μου
δεν έχω τραπεζικό λογαριασμό
και το χειρότερο, δεν ξέρω τι νούμερο τζιν φοράω

αλλά το θέμα είναι πως τώρα πια 
δεν έχω καμιά διάθεση 
να κόβω τα δάχτυλα αυτών που μας δαχτυλοδείχνουν
γιατί φοβάμαι αυτούς που στη γωνία περιμένουν
να αρχίσουν να δαχτυλοδείχνουν αυτούς που έχουνε κομμένα δάχτυλα

γιατί εχθρός μου δεν είναι ο καπιταλισμός
αλλά τα μούτρα της κανονικότητας
καπιταλιστικής ή αντικαπιταλιστικής
αρχούμενης ή αναρχικής

έτσι κι αλλιώς 
το μίσος μου προς το κατεστημένο
όπως κι αν το εκφράσω
θα λαμβάνει την εξής απάντηση:
ευχαριστώ που με μισείς εκ μέρους του συστήματος 
τα αιτήματά σου εξετάζονται 
σου υπόσχομαι να γίνω καλύτερο

κάθε συλλογική πράξη ή κριτική
αδρανοποιείται από το υπερόπλο της εξουσίας: την επικαιρότητα

όλα είναι φτιαγμένα έτσι
ώστε τα χρυσόψαρα στη γυάλα
να νομίζουν ότι είναι δεινοί τροφοσυλλέκτες

βγαίνω για λίγο
για όσο αντέξουν οι εισπνοές μου να υπακούν πιστά τις εκπνοές μου

δε νιώθω καθόλου υποχρεωμένος να βιώνω την καθημερινότητα μιας Ελλάδας που για να υπάρξεις πρέπει να ανέχεσαι το υποτιμητικό βλέμμα της υπαλλήλου στον ΟΑΕΔ, πρέπει να ταπεινώνεσαι από ανθρώπους που χρησιμοποιούν τη λέξη δουλίτσα, πρέπει να σου εκβιάζουν το γέλιο μικροαστικά ανέκδοτα, πρέπει να κουτσομπολεύεις για να σε κάνουν φίλο, πρέπει να νιώθεις καχύποπτος από φόβο μην κοροϊδέψουν τον εσωτερικό σου κόσμο, πρέπει να φτιάχνεις κάθε τόσο καινούρια τρικ για να γλιτώνεις τις ασφυξίες που παθαίνεις μέσα στο νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, πρέπει να είσαι λιγομίλητος στην παρέα γιατί από μέσα σου ένας δαίμονας σε βάζει να σκέφτεσαι πως αν ξεστομίσεις μια ιδέα τότε αυτό σημαίνει πως πιστεύεις σε στερεότυπα αν μέσα σε ένα λεπτό δεν την αναθεωρήσεις, πρέπει κάθε βράδυ να ξύνεις τα μηνίγγια σου για να αφαιρέσεις τα brand names που σου έχουν χαράξει σαν τατουάζ οι διαφημίσεις, πρέπει να μη βρίσκεις τα σωστά λόγια για να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, πρέπει να μη λες πως σιχαίνεσαι που κουβαλάνε συνεχώς τα χέρια σου τη μυρωδιά του κέρματος, πρέπει να κάνεις τάχα πως διψάς για να δεις αν το νερό είναι κομμένο, και τέλος πάντων πρέπει να συνηθίζεις την εικόνα του τέρατος που σκαλίζει τη μύτη του ενόσω δίπλα του ετοιμάζεται η αυτοκτονία της ημέρας

λένε πως αν έχουμε ακόμη μια ελπίδα
τη χρωστάμε σε αυτούς που δεν έχουνε καμία

αν το πιστεύεις κράτησε για αλλού το λυπημένο σου βλέμμα
γιατί δεν παραιτούμαι από τη ζωή
ψάχνω για το μεδούλι της

λίγο από ανάγκη, λίγο από επιλογή
μπαίνω στο δρόμο της άστεγης περιπλάνησης
στο δρόμο όπου κατεβαίνεις από τον τροχό της ιστορίας 
και πηγαίνεις με τα πόδια εκεί που οι "μάγισσες μεταφέρουνε νερό με κόσκινα"

πηγαίνεις εκεί που στήνεις τον εγωισμό στον τοίχο
του σφίγγεις το λαιμό στον όρμο που σχηματίζει ο αντίχειρας με το δείκτη
και τον πνίγεις μέχρι να πέσουν τα μάτια του στο πάτωμα
ύστερα τα βάζεις στην τσέπη και φεύγεις
να ξεψαχνίσεις τα εκατομμύρια καρέ στις εναλλαγές του ουρανού
σε μιαν αδιάκοπη περιπλάνηση σε ένα αχανές και βιωματικό πεδίο έμπνευσης
γεμάτο από ανθρώπους λυτρωμένους από την κατάρα του στυλ


το δειλινό το βοηθούμε

7/3/14

http://vimeo.com/42213086


έβαλα τη βελόνα απ' το πικάπ 
στα αυλάκια τής παλάμης μου 
κι έπαιξε αυτό:




Στις μέρες μας κανείς δεν πρέπει να επιμένει 
πεισματικά σ' αυτό που "ξέρει". 
Η δύναμη έγκειται στον αυτοσχεδιασμό. 
Όλες τις αποφασιστικές γροθιές 
θα τις δώσει το αριστερό.

walter benjamin


20/2/14

όπως ο μυτερός βράχος στην ακτή που καρτερεί να ξαναγίνει φλόγα


ο γλάρος που αρνείται την έννοια του σπισιμού 


Δε θέλω να φανώ υπερβολικός αλλά περπατώντας σε μια έρημη παραλία διαπίστωσα πως όταν περιπλανιέμαι στην πόλη κοιτώ τον κόσμο από δυο κουρασμένα μάτια με λίγη μυωπία. Όταν περιπλανιέμαι στην εξοχή τα δεδομένα που λαμβάνω αντιστοιχούν σε περίπου εννιά υγιή μάτια. Για παράδειγμα, βλέποντας τη σκηνή της φωτογραφίας μπροστά μου, δεν ενδιαφέρθηκα να παρατηρήσω δύο υποκείμενα του ίδιου είδους που βρίσκονται πλάτη με πλάτη. Αυτό που είδα ήταν δύο ράμφη να βρίσκονται face to face. Κι αυτή η αντικριστή ομοιότητα στην κοψιά μεταξύ ράμφους και βράχου με έκανε για αρκετή ώρα να αναρωτηθώ αν η μύτη του βράχου μιμήθηκε εξελικτικά το ράμφος του γλάρου ή το αντίθετο. Ποια είναι δηλαδή η μορφή που επιβλήθηκε στο περιεχόμενο; 

Μπορεί να μη βρήκα την απάντηση, έφτασα όμως σε ένα συμπέρασμα. Και το συμπέρασμα είναι οριστικό. Η Αθήνα πρέπει να ισοπεδωθεί. Απ' άκρη σ' άκρη. Βιώνουμε τη στιγμή που η φόρμα επιβλήθηκε και δέσμευσε το περιεχόμενό της. Το όριο απ' όπου θα μπορούσε να υπάρξει επιστροφή ξεπεράστηκε. Το οικοδομικό σχήμα διαμορφώνει απόλυτα τους ανθρώπους εντός του. Κάθε σκέψη μας σχηματοποιείται de facto από το καλούπι του εκτρώματος που μας περιβάλλει. Η φαντασία μας έχει γίνει μπετόν. Οι κινήσεις μας υπακούν ανακλαστικά στις πινακίδες σήμανσης των δρόμων. Η διάθεση αυτονομίας μας εξαντλείται στην αυτόνομη θέρμανση της πολυκατοικίας. Η ταξική μας ανάλυση δίνει συγχαρητήρια στην (παμπόνηρη εκ γενετής) στέγη γραμμάτων και τεχνών επειδή διακόσμησε την πρόσοψή της με φωτογραφίες των εργατών καθώς την έχτιζαν. Όσο για τη στάση του σώματός μας, βρισκόμαστε μονίμως σκυφτοί να περπατάμε στο στενό διάδρομο της σκαλωσιάς στα πεζοδρόμια. Από δω και στο εξής, κάθε ριζοσπαστική θεώρηση που επιβιώνει μέσα στην πόλη είναι ιδιοτελής και ρεφορμιστική αν δεν απαιτεί την ολοσχερή καταστροφή της.

Δε θέλω όμως να φανώ υπερβολικός. Υπάρχουν δυο τοποθεσίες στην πόλη που τις αγαπώ πολύ. Η πρώτη βρίσκεται στον Πειραιά. Εκεί, υπάρχει ένα σημείο λίγο πριν φτάσεις στο λιμάνι, όπου βλέπεις τον ψηλό αφύσικο πύργο να βγάζει από τη στέγη του καπνούς. Όπως σαλπάρει το καράβι για την Κρήτη δημιουργεί με το φουγάρο του έναν όμορφο αντικατοπτρισμό. Το άλλο σημείο δε βρίσκεται στην Αθήνα αλλά την αφορά. Όταν κοιτά κανείς την πόλη, κατά τη δύση του ηλίου, από το απέναντι βουνό της Σαλαμίνας, βλέπεις τις πύρινες αντανακλάσεις που δημιουργούνται κατά τόπους σε θερμοσίφωνες και σε γυάλινες προσόψεις κτιρίων. Και νομίζεις ότι είναι μικρές πύρινες εστίες που πρόκειται σε λίγο να φουντώσουν και να κάνουνε όλη την πόλη στάχτη. 

Κι αν σε τρομάζει η φωτιά θα ήθελα να σου πω τώρα μια μικρή ιστορία. Δε θέλω να φανώ υπερβολικός αλλά η ιστορία αυτή όντως συνέβη πριν τρία εκατομμύρια χρόνια κι ας λένε πως την έβγαλα απ' το μυαλό μου. Και είναι όντως ιστορία, παρόλο που την περίοδο που έλαβε χώρα οι αρχαιολόγοι την ονομάζουν προϊστορία. Εκεί λοιπόν υπήρχε ένα μοναχικό παιδί που το αποκαλούσαν τρελό και όλοι το κορόιδευαν. Όμως αυτό ποτέ του δεν πείραξε κανέναν. Ούτε και μίλαγε καθόλου. Το μόνο που έκανε ήταν να μαζεύει πέτρες από κάτω και να τις κρούει μεταξύ τους, δημιουργώντας μελωδίες, ασυναίσθητα βέβαια αφού κανείς δεν ήξερε ακόμα τι ακριβώς είναι η μουσική. Αυτό εκνεύριζε τους υπόλοιπους, και του λέγανε συνεχώς να σταματήσει. Όμως δεν έβρισκε άλλο ενδιαφέρον. Κάτι ένιωθε μέσα του. Πήγαινε λοιπόν κάπου πιο ερημικά και συνέχιζε να χτυπάει τις πέτρες ρυθμικά. Μια τέτοια μέρα λοιπόν και καθώς ο ρυθμός της μουσικής που έβγαζαν οι πέτρες γινόταν εντονότερος, ξαφνικά πετάχτηκαν μπροστά στα μάτια του μικροί σπινθήρες. Θαύμα. Το παιδί συνέχιζε να χτυπάει τις πέτρες και οι σπίθες άρχιζαν σιγά σιγά να τσουρουφλίζουν τις πευκοβελόνες από κάτω. Μια πορτοκαλί γλώσσα υψώθηκε. Κι ήταν τότε που ο άνθρωπος ανακάλυψε τη φωτιά επάνω στον πλανήτη.

Και σε ρωτάω τώρα. Η μουσική έπλασε τη φωτιά ή μήπως ισχύει το αντίθετο; 



"μονάχα εσύ το 'ξερες πως η κίνηση
δεν παραλλάζει από τη στάση"

Εουτζένιο Μοντάλε | ΞΕΝΙΑ
           (μτφρ. Ζ. Λορεντζάτος)

προετοιμάζοντας την τρίτη γραφή της ψυττάλειας