30/12/15

θες να προσκυνήσουμε τον κεραυνό;


Υπάρχει λανθασμένη θάλασσα; Πώς χαϊδεύεις τη νύχτα; Η φωνή του γκιώνη ψηλώνει το κυπαρίσσι; Είναι η απαισιοδοξία η νέα προφητεία; Τι φύλο είσαι; Γιατί χαστούκισα την Άννα Σακαλή; Πάρκινγκ διαστημόπλοιων είναι αυτό; Τέτοιου είδους ερωτήματα θα ικετέψουν για μίαν απάντηση στο χειροποίητο μιξκλαουντ που έσαξα στη λήξη της χρονιάς σταχυολογώντας αποσπάσματα από ένα ανέκδοτο διήγημά μου με τίτλο «Κρότος Ευθάνατος». Κι επειδή θα έχει πολύ περπάτημα μην απελπίζεστε. Πρώτη πόρτα μαιευτήριο. Τελευταία πόρτα νεκροτομείο. Σε καμια δεν περπατάς. [Ακατάλληλο για αυτοκτονικούς]

Ευχαριστίες στον Γ.Δάβαρη και Π. Σιμσιρογλου για την πρωτότυπη σκοταδίσια σύνθεση που μου εμπιστεύθηκαν [48:30 – 01:04:46 ]



2/12/15

Η Lindsay Whalen είναι γενναία


μοναξιά
είναι να κάθεσαι σε μια γωνιά
στα έβερεστ της Πειραιώς
τέσσερις και τριάντα πέντε ακριβώς
τη μέρα που πέθανε ο Χατζησάββας

δεν υπάρχει ψυχή
θλιμμένη μια υπάλληλος σφουγγαρίζει
φορώντας τον σκούφο του άη βασίλη
σημασία δε μου δίνει
κι ας έχω το δίκιο με το μέρος μου
όπως το έχουν όλοι οι μόνοι

μα τι να το κάνω
όταν πρέπει να υπάρξω τούτη τη στιγμή
να υποδυθώ τον άνθρωπο
- τριγύρω τόσο φως για έναν μόνο -
και μ' έναν ελιγμό
επικεντρώνομαι στην τηλεόραση με τέτοιο ζήλο
θαρρείς πως ήμουν χρόνια οπαδός του γυναικείου μπάσκετ

παίζουν οι Φοίνιξ Σανς με τη Μινεζότα
τελευταία δευτερόλεπτα του αγώνα
κατάμεστο το γήπεδο
γίνεται φάουλ στη Lindsay Whalen
κυλιέται το κορμί της στο παρκέ
έξω ακούγεται σειρήνα ασθενοφόρου
μα η Lindsay Whalen σηκώνεται
είναι γενναία
και πάει στη γραμμή των βολών
πρέπει να είναι τελικός
η Lindsay Whalen βάζει την πρώτη
επικρατεί πανζουρλισμός
μου ξεφεύγει ένα «μπράβο Lindsay»
η τηλεόραση δεν έχει φωνή
ακούω το σκούφο της υπαλλήλου να κουδουνίζει
πρέπει να γύρισε να κοιτάξει
δε με αφορά
εγώ έχω ποντάρει τη ζωή μου πάνω στη Lindsay Whalen
αν βάλει τη βολή ισοφαρίζουμε
έτοιμος είμαι να πανηγυρίσω
μα η Lindsay Whalen αστοχεί
κι ο κόσμος μου καταρρέει

η μπάλα βρίσκει το στεφάνι άτσαλα
κι εξοστρακίζεται
πηδάει απ' την οθόνη
τώρα παγωμένος παρακολουθώ
να κυλάει το κρανίο μου στο πάτωμα
και να με προσπερνάει αργά αργά
μέχρι που πάει και σφηνώνει
κάτω από το κίτρινο caution της υπαλλήλου
που φορούσε το σκούφο του άη βασίλη
τη μέρα που πέθανε ο Χατζησάββας

27/10/15

Το Γέλιο Του Νερού

Το κείμενο της εισήγησής μου στην παρουσίαση του βιβλίου της Αθηνάς Τσάκαλου με τίτλο «Το Γέλιο Του Νερού», που πραγματοποιήθηκε στην ΑΣΟΕΕ την Παρασκευή 23.10.2015. Τα σημεία διάθεσης του βιβλίου μπορείτε να τα βρείτε εδώ.
_______________________________________________________________________


Ξεκινώντας την παρουσίαση του βιβλίου πρέπει να ομολογήσω πως δεν είμαι και ο πιο αντικειμενικός άνθρωπος για να μιλήσω για τα γραπτά της Αθηνάς, κι αυτό γιατί μας συνδέει μια πολύχρονη φιλία, πριν ακόμα αρχίσουνε οι διώξεις των Πυρήνων. Για τον ίδιο όμως λόγο νιώθω πως είμαι ίσως ο πιο υποκειμενικά κατάλληλος για να μιλήσω για εκείνην, καθότι αποτελώ τον πρώτο πειραματικό ακροατή της, όπως η ίδια χαριτολογώντας με κατονομάζει. Άλλωστε οι φιλολογικές αντικειμενικότητες δεν αρμόζουν ιδιαίτερα στη σημερινή εκδήλωση που νομίζω περιστοιχίζεται από ανθρώπους οι οποίοι γνωρίζουν πως χυδαίες και ψευδείς αντικειμενικότητες θεμελιώνουν τον κοινό νου του καπιταλιστικού κόσμου.

Το γεγονός λοιπόν πως γνωρίζω τα γραπτά της Αθηνάς και πριν αλλά και μετά από τη στιγμή της προφυλάκισης των παιδιών της με τοποθετεί στη θέση να σας βεβαιώσω πως το γράψιμό της δεν έχει μεγάλες διαφοροποιήσεις εξαιτίας αυτού του οριακού συμβάντος. Η γραφή της δεν είναι ευκαιριακή και επίκαιρη. Οι στοχεύσεις παραμένουν κοινές και σχεδόν απαράλλαχτες. Η αγωνία για την υπέρβαση παραμένει διάχρονη και αναλλοίωτη γιατί γνωρίζει καλά τον εαυτό της. Ποιος είναι ο εαυτός της; Η προσπάθεια για λύτρωση από αυτό που ο Νίτσε ονόμαζε «τυραννία του αληθινού». Για να το πράξει καταφεύγει σε ιδιόλεκτες αλληγορίες αποδιδόμενες με ένα ρομαντικό προσωπικό ύφος που σκοπό έχουν να λοιδορήσουν την κοινωνική αδράνεια και να υπηρετήσουν με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο τον ξεσηκωμό.

Το είδος του ξεσηκωμού δεν ενδιαφέρει ιδιαίτερα την Αθηνά. Το ποια είναι η συναρπαστική εκδοχή της ζωής, την οποία υμνεί σε ένα κείμενό της, αφήνεται στην κρίση του παραλήπτη. Αυτό που την απασχολεί είναι η εξουδετέρωση της παθητικότητας και όλων αυτών των στοιχείων που απομακρύνουν το ανθρώπινο γένος από τη φύση του. Μια φύση που βρίσκεται σε συνεχή αναδημιουργία και δε γνωρίζει τι θα πει στασιμότητα. Σε ένα σημείο του βιβλίου της αναφέρει χαρακτηριστικά: «μεταξύ μας, δεν πιστεύω καθόλου στη σοφία της φύσης, πιστεύω όμως στην τρέλα της». Ο λόγος της Αθηνάς Τσάκαλου ατενίζει στα μάτια το λουλούδι και θρηνεί τον άνθρωπο. Είναι ένας μύστης της ζωής που θέλει να πράξει το εξής αδύνατο: να συμφιλιώσει τον μηδενισμό με τον ρομαντισμό. Να μετατρέψει τις ιστορίες παλιών φονικών σε λαϊκά παραμύθια, όπως γράφει η ίδια μετά από μία εκδρομή στο οροπέδιο του Γκίνανη στη Σαλαμίνα.

Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε όμως κάτι. Ο ρομαντισμός της δεν κατάγεται από τον τόπο της ήττας. Είναι ένας επαναστατικός ρομαντισμός που δεν εξαντλείται στην καταγραφή των αναμνήσεών της. Γιατί είναι αλήθεια πως οι αναμνήσεις της αποτελούν την αστείρευτη πηγή της λογοτεχνικής της δύναμης. Η εναλλαγή τον εποχών στο χωριό που μεγάλωσε, την Τρυγόνα Καλαμπάκας, οι συνθήκες ενός ελάχιστου έστω κομμουνισμού και υψηλής αλληλεγγύης που συνέδεαν τη γειτονιά του χωριού της, οι ιστορίες από τα χωράφια, η αργυρή παγανιστική ομίχλη, το παχίρευστο σκοτάδι της επαρχίας, όλα αυτά που είναι λες και ξεπήδησαν από τα κινηματογραφικά πλάνα του Μπέλα Ταρ, τώρα ξεσκαρτάρονται, σμιλεύονται ποιητικά και υπηρετούν τις εικόνες των κειμένων της με τρόπο εργαλειακό και όχι με έναν στείρο αυτοσκοπό. Διότι όταν γράφει δε θυμάται την παιδική της ηλικία. Δεν αναπολεί. Γίνεται η ίδια ένα παιδί που ζει το παρόν του. Ο χρόνος έχει τιθασευτεί στα δάχτυλα των χεριών της. Και θυμάμαι μια παραμονή πρωτοχρονιάς στο σπίτι της, που έξω άλλαζε ο χρόνος, ακούγαμε τις καμπάνες και τη φασαρία που έκαναν τα καράβια από το Ναύσταθμο αλλά δε δίναμε σημασία, εκείνη συνέχιζε να διαβάζει ένα απόσπασμα του Ντοστογιέφσκι αδιάφορη για τις κενολογίες του χρόνου. Με την ίδια ευκολία διαστέλλει το χρόνο και αξιοποιεί εις βάθος τις μνήμες της για να αποδείξει πως τελικά ο θρήνος της για τον άνθρωπο, που ανέφερα πριν, δεν περιέχει μέσα του δάκρυα, αφού ο θάνατος δεν είναι οριστικός. Ο θρήνος αποσκοπεί στο μεγάλο ξύπνημα. H ελπίδα δεν έχει σβήσει. Όπως γράφει η ίδια: «Περιμένω τη μέρα, περιμένω αυτούς που θα τολμήσουν να το παρακάνουν, με τρόπους καινούργιους , όχι πάνω στα παλιά ίχνη.»


Ομοίως και η φύση δεν εξιδανικεύεται μόνο και μόνο για να φτιάξει ένα κείμενο που θέλει απλώς να αρέσει, όπως πράττεται στην λογοτεχνία του συρμού. Την αξιοποιεί θεμελιωδώς για να υπηρετήσει τις ιδέες της και την αγωνία της. Για παράδειγμα, όταν η αμοιβαιότητα είναι το ζητούμενό της τότε τα μεγάλα ζουμερά κόκκινα δαμάσκηνα στην αυλή του πατρικού της γίνονται σύμβολα αγάπης καθώς παραχωρούνται από τη μητέρα της στην πεινασμένη Λούγκαινα, κι ας είναι τα τελευταία φαγώσιμα του σπιτιού. Όταν όμως το ζητούμενο είναι η εκδίκηση τότε επιστρατεύονται μεγάλα ζουμερά κόκκινα σταφύλια που σκάνε στα χέρια των τρυγητών υπενθυμίζοντας το αίμα μιας γενοκτονίας.

Τώρα όμως αρχίζουν τα δύσκολα και συνάμα μπαίνουμε σε ένα ενδιαφέρον σημείο του έργου της. Στη θεολογία των κειμένων της. Μια θεολογία που της εμφυσήθηκε ξανά, σε αρχικό τουλάχιστον επίπεδο, από το μυστηριακό τοπίο της Καλαμπάκας, από τις ρυθμικές ψαλμωδίες που έφταναν στα αυτιά ενός μικρού κοριτσιού αλλά και από τις σχεδόν μοναστικές συνθήκες διαβίωσης που επικρατούσαν στην γενέτειρά της. Κι όμως το χριστιανικό αίσθημα της Αθηνάς δεν είναι ορθόδοξο: όση αγάπη τρέφει για τον Χριστό άλλη τόση τρέφει και για τον Ιούδα, ίσως και περισσότερη αγάπη, αν λάβουμε υπόψιν μας το συγκεκριμένο απόσπασμά της: «όταν παρακολουθώ τα πάθη νιώθω ιδιαίτερη αγάπη για τον Ιούδα, τον προορισμένο από αιώνες να παίξει αυτόν τον ρόλο που έπαιξε και τον αγαπώ βαθιά για το βαρύ φορτίο του και το ανάθεμα των ανθρώπων». Δεν επιθυμεί να αφήσει απέξω τη θρησκεία ώστε να απευθυνθεί σε ένα εξειδικευμένο άθεο κοινό. Αυτό στα μάτια της είναι μια ελιτίστικη συμπεριφορά. Η αλήθεια της θέλει να παρασύρει και τον πιο δύσπιστο άνθρωπο της καθημερινότητας. Άλλωστε η ποιητικότητα της υπέρβασης για να κατανοηθεί δεν απαιτεί τόσο την καλλιέργεια του πνεύματος όσο την συναισθηματική ευφυΐα.

Δεν είναι όμως μονάχα αυτό που επιβεβαιώνει τη συγγραφική απόκλιση της Αθηνάς από το δόγμα. Η άδολη αγάπη της για τα ζώα, η οποία πολλές φορές υπερβαίνει την αγάπη για τον άνθρωπο δεν μπορεί να σταθεί στους κόλπους του χριστιανισμού. Το σώμα μιας πριγκίπισσας σε ένα ταφικό μνημείο 2500 ετών δεν τη συγκινεί, λέει. Εκείνη θρηνεί τα άλογα που βρήκαν εκβιαστικό θάνατο δίπλα της χωρίς να τον αξίζουν. Γιατί δεν είχε έρθει η ώρα τους ακόμη. Μα δεν είναι μόνο τα άλογα. Είναι οι λύκοι, είναι το μοναχικό πρόβατο, είναι οι κραυγές των σφαγμένων γουρουνιών, είναι και το νυχτιάτικο κράξιμο της κουκουβάγιας που κρύβει το μυστικό της επανάστασης.

Ο μυστικισμός της θρησκείας συμβολίζει την πίστη στην υπέρβαση, την κατάκτηση του θάρρους που σε παρασύρει σε οριακές καταστάσεις. Υπάρχει ένα διαυγέστατο απόσπασμα που το ξεκαθαρίζει: στο διάβολο «αρέσουν αυτοί που μοιάζουν με πυρωμένο σίδερο που πέφτει ξαφνικά στη μέση του καλοκαιρινού κάμπου, όταν τα σπαρτά είναι κατακίτρινα κι έτοιμα για συγκομιδή και βάζουν φωτιά λαμπερή και τρομακτική» ενώ συνεχίζει: «στο θεό αρέσουν εκείνοι που θα ορμήσουν σ' αυτούς τους καιγόμενους κάμπους χωρίς καμιά προφύλαξη, ούτε καν ένα κουβά νερό, φωνάζουν μόνο δόξα στο όνομα του παντοδύναμου θεού και καίγονται όμορφα και τελειούνται δια πυρός εις κάμπους καλοκαιρινούς». Σύμφωνα με αυτό, δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια στον θρησκευόμενο για την κατάκτηση της πίστης. Ο πιστός δεν πρέπει να είναι ακόλουθος αλλά πράττων. «Είναι φοβερό να ανήκεις στους ανθρώπους που δεν ενδιαφέρουν ούτε το θεό ούτε το διάβολο» αναφέρει σε κάποιο άλλο σημείο. Θαρρείς πως στη θεολογία της Αθηνάς ο θεός εξοβέλισε τους πειθήνιους πιστούς και επέλεξε το Νίτσε, το Λόρκα, το Χριστόφορο Μαρίνο για συνοδοιπόρους του.

Το μείγμα εξέγερσης και θεολογίας δεν είναι σύνηθες στην ελληνική λογοτεχνία. Κι απαιτεί μια συγγραφική δεινότητα ώστε να μη γίνει γραφικό ή διδακτικό μέσα σε αναρχοχριστιανικά μονοπάτια. Όμως την Αθήνα δεν την ενδιαφέρει να προσηλυτίσει. Θέλει να απελευθερώσει και τους προσηλυτισμένους. Η θεολογία γίνεται σύμμαχος της κοινωνικής ή προσωπικής επανάστασης. Και μάλιστα με έναν τρόπο που προσιδιάζει αρκετά στις αντιλήψεις του Μπένγιαμιν και πιο συγκεκριμένα στην πρώτη θέση του για την φιλοσοφία, όπου εισάγει τον όρο του καμπούρη νάνου, δηλαδή της θεολογίας. Αυτός, αν και μοιάζει άψυχος στις μέρες μας, βρίσκεται πάντα μέσα στον ψυχισμό των ανθρώπων και όχι απαραίτητα ως θεολογικό δόγμα αλλά σαν μια μεταφυσική πίστη που εχθρεύεται οτιδήποτε ορθολογιστικό. Ο θεολογικός νάνος σχετίζεται με το απροσδόκητο της εξέγερσης των καταπιεσμένων, έχει τις ρίζες του στον επαναστατικό ρομαντισμό και φυτρώνει σε έναν μυστικό και ανεξερεύνητο τόπο αλογισμού, οπότε και παραμένει δυσερμήνευτος από τις υλικοτεχνικές επαναστατικές θεωρίες. Χωρίς την συνεπικουρία του θεολογικού νάνου στο επαναστατικό πεδίο η μαρξιστική θεωρία χωλαίνει. Πρόκειται για το ύστατο δέος της μεγάλης απόφασης, για το αποτέλεσμα μιας δράσης που δεν φέρει ξεκάθαρα αιτιατό, ένα ανεξήγητο κεραυνοβόλημα από την ουτοπία, μια κραυγή που βγαίνει μέσα από έναν μεσαιωνικό αμυγδαλεώνα, κανείς δεν ξέρει αν πρόκειται για άνθρωπο, για θεό ή για δαίμονα. Θεολογία λοιπόν και επανάσταση. Να μια ακόμα συμφιλίωση, ίσως κι η σπουδαιότερη, που επιτυγχάνεται στο βιβλίο της Αθηνάς Τσάκαλου.

Κι όλα αυτά που ειπώθηκαν είναι δοσμένα με μια οξυδερκή ποιητική ματιά που σε παρασύρει στον κρυστάλλινο ήχο που βγάζει το χιόνι όταν πατιέται, που σε παρασύρει να ακούσεις κι εσύ τον ήχο της φυγής που αφήνουν πίσω τους τα χρωματιστά ξύλινα κάρα των τσιγγάνων όταν περνάνε από την Τρυγόνα, που σε παρασύρει στον τόπο του συγκεκριμένου αποσπάσματος: «Και δεν αντέχεται η σιωπή των άδειων δωματίων, σε πληγώνουν τα μοναχικά έπιπλα. Σουρουπώνει. Τα πουλιά έχουν σωπάσει. Μένω ακίνητη, αναπνέω σιγά. Και ναι, τον ακούω... Ακούω αυτόν τον ήχο που κάνουν οι μικρές καινούργιες ρίζες καθώς κυριεύουν σιγά-σιγά τα σπίτια». Όλα αυτά φανερώνουν μια ποιητική στόφα που απαιτεί από τον άνθρωπο τον αληθινό ρεμβασμό στη ζωή του, απαιτεί μάτια που έχουν καλλιεργήσει το βλέμμα τους, έχουν αντισταθεί στις χειμαρρώδεις μέρες του μεταμοντέρνου όλεθρου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε φυσικά πως έχει μαθητεύσει δίπλα στον σημαντικό συγγραφέα Γεράσιμο Τσάκαλο, τον οποίο σας τον συστήνω ανεπιφύλακτα, αν και φοβάμαι πως μόνο στα παλαιοπωλεία θα μπορέσετε πια να εντοπίσετε κάποιο έργο του. Κι ούτε πρέπει να ξεχνάμε πως η Αθηνά Τσάκαλου είναι μια μητέρα που αντιπάλεψε τις αντιφάσεις των ρόλων που εκβιάζει το σύστημα, έπραξε τη δύναμη που αναβλύζουν τα κείμενά της στεκόμενη όρθια στα πόδια της και περήφανη, παρά τα πλήγματα που δέχτηκε τα τελευταία χρόνια. 

Βέβαια εκτός από δύναμη αναβλύζει και μια γενναία αμφιβολία για την έννοια της φιλίας, της συντροφικότητας, για την έννοια της αγάπης μεταξύ μητέρας και παιδιού. Άλλοτε παίρνει το μέρος της θλίψης των αγαπημένων προσώπων που αφήνουν πίσω οι επαναστάτες, όπως στο πολύ όμορφο διήγημα «θα μπορούσε να είναι και έτσι» κι άλλοτε συμφιλιώνεται και υμνεί την απόφαση εκείνων που θέλουν να «καλπάζουν σ' αυτή την ελευθερία σαν να μην είναι κόρες κάποιων μανάδων σαν να μην είναι γιοι κάποιων μανάδων...»

Η λογοτεχνία της Αθηνάς Τσάκαλου είναι μια δίκαιη λογοτεχνία. Είναι μια λογοτεχνία που παράγεται από την ψυχική ανάγκη του εσωτερικού της κόσμου. Που ομοιάζει με την ανάγκη για φροντίδα που έχουν τα φυτά στον κήπο του σπιτιού της στη Σαλαμίνα, που όποτε την επισκέπτεσαι η πρώτη της κίνηση είναι να σε ξεναγήσει στο περιβόλι της και να σου καταδείξει τους πρόσφατα γεννημένους καρπούς των δέντρων της. Ευγνωμοσύνη για τους συγγενείς και φίλους κρατουμένων και διωκόμενων αγωνιστών που δούλεψαν ανιδιοτελώς για να καρποφορήσει εξίσου η έκδοση αυτή. Μεγάλη μου τιμή που σήμερα βρίσκομαι εδώ.

Κλείνοντας θα ήθελα να διαβάσω ένα προσωπικό ποίημα ως αντίδωρο, όχι από διάθεση κάποιας ματαιοδοξίας αλλά επειδή ξέρω ότι αρέσει όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και σε αρκετούς ακόμα ανθρώπους που στερούνται την ελευθερία τους να περπατούν ελεύθεροι στο δρόμο για χάρη της ελευθερίας τους να τους ανοίγουν:


πώς γίνεται να μας νικήσανε
και 'μεις να χοροπηδάμε αγκαλιασμένοι πάνω στο βάθρο;
παραδέξου το
ανήκουμε στη φάρα εκείνων που είναι ανίκανοι να ηττηθούν

γιατί,
έχουμε τόσο νύχτα μέσα μας, 
που είναι να απορείς 
γιατί μας ρίχνουνε ακόμα στα μπουντρούμια
καλησπέρα δεσμοφύλακες
περάστε, καθίστε, τι να σας βγάλουμε;

γιατί,
είμαστε τόσο εύφλεκτοι από το αλκοόλ
που ανά πάσα στιγμή
μπορούμε να καταπιούμε ένα φιτίλι
και με έναν αναπτήρα BIC
ένα τσαφ απέχουμε
για να φωτίσουμε με όλεθρο την πόλη

-αλήθεια, τι γίνονται οι αναπτήρες που ανάβουν τα φιτίλια;-

γιατί,
έχουμε τόσο πολύ ονειρευτεί ανάσκελα
που ξέρουμε καλά τι είναι η ελαφρόπετρα: 
ένας βράχος που του λείπει ο ρεμβασμός

γιατί,
η ουτοπία δε φωλιάζει μέσα στις οπές του μαγικού αυλού
κρύβεται μέσα στις τρυπίτσες του τούβλου
που σκάει ξαφνικά 
στα μούτρα της πραγματικότητας

ή και τις οπές του καυτού σίδερου που κρατάει μια νοικοκυρά, 
πιστή,
μέχρι τη στιγμή
που το κολλάει στο μάγουλο 
τού φαλλοκράτη συζύγου

γιατί,
δεν ονειρευόμαστε μήπως και ξεφύγουμε απ' την πραγματικότητα
αλλά για να εισβάλουμε σ' αυτήν ζωσμένοι με εκρηκτικά

σου υπόσχομαι
θα 'ρθουν μια μέρα οι πραγματικότητες
που θα ζητιανεύουνε γονατιστές τα όνειρά μας

γιατί,
ποτέ δεν υπήρξε μαγικό ραβδί
ένα ξίφος ήτανε,
και το ξίφος που κόβει λαιμούς με μία κίνηση
δεν είναι πράξη μεταφυσική;
βέβαια, ο δήμιος δεν είναι μάγος

γιατί, 
έχουμε νικήσει και δεν το ξέρουμε

κι αν με βρίσκεις υπερβολικό
σκέψου μόνο πόσες φορές 
έχεις χρησιμοποιήσει αναπτήρα για το τσιγάρο σου
τόσες που τώρα θα είχες κάψει ολόκληρη την πόλη

ξέρουμε πως έχουμε στα πνευμόνια μας μια καμένη πόλη
να γιατί ανήκουμε στη φάρα εκείνων που είναι ανίκανοι να ηττηθούν

η ζωή μας,
ένα τέλειο μπούμερανγκ


***



5/9/15

το jpeg της ευαισθητοποίησης



τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις μικρούλη; 

με ακούς;

κάποιες νύχτες βγαίνω στο μπαλκόνι και ουρλιάζω

θελω να δω να ανάβει ένα φως από απέναντι

κάποιος να μου πει “πάψε ηλίθιε”

να απαντήσω “ευχαριστώ που με άκουσες” και να ξαναμπώ μέσα

όμως κανείς δεν ακούει

λες και βρίσκομαι μέσα σε μια φωτογραφία

τι ησυχία που κάνει μέσα στις φωτογραφίες ε μικρούλη;

ώστε ήρθαν οι στιγμές που δεν κυλάνε

και πώς γίνεται να κυματίζει η θάλασσα χωρίς να ακούγεται ο παφλασμός;

τι να σου πω

θρίαμβος

έγινες το jpeg της ευαισθητοποίησης στην ήπειρό μου

έπεσες βέβαια και σε εποχή καλή

κλάψαν μανούλες για πάρτη σου μετά τις διακοπές τους

να σκεφτείς πως η τηλεπαρουσιάστρια έβαλε κραγιόν στο χρώμα ωμού κρέατος

τι άλλο να σου πω;

το πόσο εγωιστικά πλάσματα είναι τα αστέρια;

τέτοια φρίκη κι αυτά απάνω το βιολί τους

να χαίρεσαι που δεν σε μάζεψε μ' απόχη η frontex

τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις μικρούλη; 

με ακούς;

η κόρη μου με ρώτησε πώς γίνεται κι οι γλάροι κάθονται στο νερό και δε βουλιάζουν

κάτι ψέλλισα σα θνητός για τη βαρύτητα

να σουν εδώ να μου 'λεγες τι έπρεπε να απαντήσω

εσύ που έπαιρνες τα γράμματα

κι έμαθες τόσο γρήγορα την ιστορία της ανθρωπότητας


18/8/15

όπου με το χρήμα σε μέτρησαν σε βρήκαν λειψό


Κάθε δεκαπεντάγουστο ο Στάθης πηγαίνει μονάχος στο χωριό για τρεις τέσσερις μέρες. Πιο πολύ από καθήκον το κάνει. Σαν χρέος στον συγχωρεμένο πατέρα του. Άλλωστε δεν ξέρει σχεδόν κανέναν στο χωριό. Όπως και να 'χει, και φέτος πήρε το δρόμο για την Πελοπόννησο. Την πρώτη μέρα που 'φτασε δεν έκανε πολλά. Καθάρισε το σπίτι από τα ζωύφια, άνοιξε τα τρία παράθυρα να αεριστεί, κάπως ξεχορτάριασε τη μικρή αυλή και πήγε κατά το σούρουπο μια βόλτα στο βουνό. Την επόμενη μέρα όμως πήγε να τη βρει. Το συνήθιζε κάθε χρόνο. Το μόνο που ήξερε για αυτήν ήταν το σπίτι της και πως λίγο μετά το δεκαπενταύγουστο το επισκέπτεται κι αυτή για λίγες μέρες. Δε μιλάγανε σχεδόν καθόλου. Κάνανε απλά περιστασιακό σεξ χαμηλών προσδοκιών, σχολίαζαν λίγο τα κάδρα στον τοίχο και ύστερα χανόντουσαν. Είχαν τις ζωές τους στην Αθήνα και οι δυο. Δεν ήθελαν να μπλέξουνε τα πράγματα. Να δεις. Την έλεγαν Ιουλία. Πρόπερσι Κατερίνα. Πριν Βαγγελιώ. Τη γνώρισε Ανθούλα. Δεν τον ενδιέφερε το όνομά της. Δεν την ενδιέφερε να του το πει. Ήταν σχέση ουσίας της μιας μέρας. Ήταν σχέση απουσίας εκτός από μια μέρα. Κι όμως. Κρατούσε πάνω από δέκα χρόνια η περίσταση. Απανωτά. Έτσι πήγε να τη βρει και φέτος όπως απαιτούσε το έθιμο κρατώντας ένα λουλούδι. Όμως δεν ήταν μέσα. Της ξαναχτύπησε. Καμιά απάντηση. Ρώτησε δίπλα. Κάτι άκουσαν λέει πως το σπίτι αυτό το είχε πάρει η τράπεζα. Τώρα είχε τρομάξει. Έκατσε στο πεζούλι αποσβολωμένος. Πέταξε το λουλούδι στο δρόμο. Κατάλαβε πως δεν θα την ξαναδεί ποτέ του. Μα δεν έκλαιγε μόνο γι' αυτό. Κάτι πιο αιχμηρό υπήρχε που του έξυνε τα σωθικά. Συνειδητοποίησε πως κάθε σπίτι κουβαλά σχέσεις. Σχέσεις ασύλληπτες. Ναι. Το σπίτι είναι ένας ναός δεσμών. Καμία σχέση δεν έχει με περιουσίες. Κι αν καμιά φορά γκρεμίζεται είναι που δεν αντέχει να βαστά στην πλάτη τόσες διηγήσεις. Σηκώθηκε πάνω πεισμωμένος. Έβγαλε το κλειδί του και άρχισε να ξύνει την κόκκινη εξώπορτα. Έφτασε στο προηγούμενο στρώμα μπογιάς. Ήτανε μπλε. Συνέχισε να ξύνει κλαίγοντας. Βρήκε το λευκό. Το πράσινο. Τον προηγούμενο αιώνα. Πάλι κόκκινη μπογιά. Ήθελε να βρει όλες τις στρώσεις των συναισθημάτων. Να μάθει για την ιστορία του τόπου. Τους ανθρώπους του. Τα μυστικά τους. Ώσπου έφτασε στο αρχικό το ξύλο. Είδε καθαρά το δέντρο. Ναι. Είδε τον υλοτόμο παππού του να κόβει το αιωνόβιο πεύκο από το βουνό που πάει εκείνος βόλτα. Γυρνώντας σπίτι πέρασε από τον τάφο του πατέρα του. Του μίλησε αν και δεν το συνήθιζε: συγνώμη μπαμπά αλλά φέτος δεν κατάφερα να πάω στο χωριό σου. Φέτος επισκέφθηκα το δικό μου. Τα λέμε.

13/7/15

To Plan B βρίσκεται μόνο στα δικά μας χέρια

Αυτή ήταν η Ελλάδα πάντα. Γλώσσα κρεμαστή κι εξαρτήσεις από γεννησιμιού της. Ξεγελασμένη και εξουσιασμένη από Μεγάλες Δυνάμεις. Φραπεδιά, προσκύνημα, Αμφίπολη και πατερίτσες στη μασχάλη. Εθνικές φαντασιώσεις και χωριάτικη σαλάτα. Εθνικό πιπίλισμα και περηφάνια. Αυτή ήταν η Ελλάδα πάντα. Προσευχή και φίμωση μειονοτήτων. Ποδόσφαιρο κι απόκρυψη πως η επανάσταση του '21 δεν ήταν εθνική αλλά μια κοινωνική επανάσταση. Δυο τρεις μέρες χριστιανοί και τις υπόλοιπες ιούδες. Τέχνη ελεγχόμενη από τους πάμπλουτους. Ρουφιάνοι που έγιναν πλούσιοι από επικηρύξεις επαναστατών. Συμπλέγματα και εθνική συνείδηση. Ιαχές φτωχών μπροστά από ηγέτες. Παλαμάκια θεατών για να μην ακουστούν οι αυτοπυροβολισμοί των φαντάρων. Γιατί αυτή ήταν η Ελλάδα πάντα. Δυτικές φαντασιώσεις και μια εμμονική απώθηση του βαλκανισμού της. Από τις αηδίες του Παπαρρηγόπουλου σε βιογραφίες σημαντικών προσώπων στα ντοκιμαντέρ του Σκάι. Ησυχία, ο λαός προαυλίζεται στις οθόνες του. Αυτή ήταν η Ελλάδα πάντα. Ελεγχόμενη από μια ύπουλη ομάδα με καταθέσεις που λιντσάρει όσους ζητούν την αποφυλάκιση του λαού. Μια ύπουλη ομάδα που προσπαθεί να σε πείσει πως το κλειδωμένο κελί σού προσφέρει ασφάλεια και σταθερότητα. Μια ύπουλη ομάδα που ποτέ δεν άνηκε στο λαό γιατί κατά βάθος τον περιφρονεί για τη φτώχεια του. Μένουμε θυσία πάσα Ευρώπη. Αυτή ήταν η Ελλάδα πάντα. Παπαδημούλιδες και μετριότητα. Κρέοντας στη ψυχή κι Αντιγόνη στα λόγια. Δύστυχε λαέ. Σαν να πλησιάζει η ώρα. Θέλει αρετή και τόλμη μια ιστορική συγνώμη μέσα σου. Κάνε επανεκκίνηση εδώ και τώρα. Μετάτρεψε την έξοδο από την Ευρωζώνη σε διέξοδο, σε χειραφέτηση, σε αυτονομία του πνεύματός σου. Αυτονομία από τη μαφιόζικη Ευρώπη. Αυτονομία από τη μαφιόζικη Ελλάδα. Mην αναθέτεις τίποτα στους άλλους. Οραματίσου. Το plan b βρίσκεται μόνο στα δικά μας χέρια.

24/6/15

Η Καισαρική Τομή του Ποιήματος


εκείνη την πυθμένια στιγμή
που σου κόβεται η ανάσα
γιατί διαβάζεις το ποίημα βουτώντας

τότε που βγαίνει σιδερένιος ήχος τρίξιμο
θαρρείς πως ένας μεντεσές απασφαλίζει
κι ανοίγει ξαφνικά το ποίημα στα δύο

τότε που γέρνεις λίγο πίσω γιατί
ο θώρακας πετιέται έξω σα παραθυρόφυλλο
πρέπει να 'χεις το νου σου γιατί
κόβει

κι ύστερα μέσα κοιτάς
τα σπλάχνα δωμάτια του ποιήματος

εκείνη τη στιγμή που με γυμνά χέρια
παραμερίζεις σπλήνες αρτηρίες έντερα

(το πένθος με το βένθος
κι αν δε μοιράζονται την ίδια ρίζα
έχουνε το ίδιο άνθος)

καλώδια κορδόνια σύρματα ηλεκτροφόρα
όλα πασαλειμένα μ' αίματα πηχτά
τόσο πηχτά
που πρέπει να σκουπίζεσαι στο φανελάκι σου
πριν συνεχίσεις να ψάχνεις
την καρδιά του νοήματος
που πάλλεται
κι αχνίζει

εκείνη τη στιγμή που εντοπίζεις την
τότε που την παίρνεις στα χέρια σου
πώς ζεματάει έτσι;
σαν ψάρι σπαρταράει
για στάσου;
αυτή στ' αλήθεια σπαρταράει
ψάρι είναι η καρδιά του ποιητή;

εκείνη την ιπποκάμπια στιγμή
που θα σκίσεις το άλβεδο
κι έντρομος θα ξαναβγείς στην επιφάνεια
θα αναπνεύσεις ξανά
κοιτώντας μόνος τον ορίζοντα
να βλαστημάει
να βλαστημάει σαν μπεκρής
για το γαμώτο του πελάγου

τότε ψάξε με
τότε έλα να με βρεις
να μου βαστάς το χέρι
όσο θα κρατάει η μετάγγιση κόκκινης θάλασσας

_________________________________________

Το ποίημα συνδιαλέχθηκε με το «Εξώφυλλο δέρμα του χρόνου» του Πάνου Οικονόμου - Κοντραμπάντο  | Απαγγελία: Καλλιόπη Τακάκη, Αγάθη Κάλτσα | «στο χρόνο Πάνο» | 23.6.2015

2/6/15

ωχ


ό,τι είχα ερωτευτεί σε σένα
τι ήτανε;
ο υδρατμός της σιλουέτας σου
της αύρας σου οι αχνιστές καμπύλες
η άυλη κορμοστασιά σου

και ύστερα μιλένιουμ
μέρες της υψηλής ευκρίνειας
φουριόζες ήτανε και μας ξεγέλασαν 
πώς να μη χαθούμε;

τόσα μεγαπίξελ στο χαμόγελο
μα στη χαρά κανένα

τόσες ίντσες για τα δάκρυα
μα για τον πόνο ούτ' ένα

ζουμ ιν στη λεπτομέρεια
ζουμ άουτ στην ουσία

τι να κανε; 
ξέμαθε η αμαρτία 

όμως τι λες
αν πάταγα τον αφαλό σου
θα μου λεγες σε HD 
τι αισθάνεσαι για μένα;

ωχ 





18/5/15

απο το στυλ της καρέκλας


Συχνά γίνεται λόγος πως η Κατερίνα Γώγου είναι μια ποιήτρια που δεν έχει βρει ακόμα τη θέση της στην ελληνική λογοτεχνία οπότε και την κατατάσσουν στην λεγόμενη κατηγορία 'ποιητές στη σκιά'. Αν και η σκιά έχει πολλές στρώσεις πίσω της, σε γενικές γραμμές αυτή η παραδοχή είναι ορθή. Όμως τίθεται ένα καίριο ερώτημα. Ποιος είναι ο μηχανισμός δικαίωσης ενός ποιητή;

Αόριστος – Τετελεσμένος μέλλων
Τετέλεσται. Παύλα. Τελεία. Τελεία. -
Μέσα στο σώμα μου
η μνήμη – λευκή εγγραφή
ρήγμα βαθύ
που 'κανε στο σώμα μου η ψυχή
για να δει και να πει και να φύγει...
Ηλεκτρική εκκένωση τώρα ο λόγος μου
έκθαμβος
μπρος στο φωτεινό ενδεχόμενο σκοτεινής ρήσης...
Λόγος απάτριδος
Δε θα εκφωνηθεί
Δεν πληροφορεί
Λόγος της ποίησης
Δεν αφομοιώνεται δεν ιδιοποιείται
Ενσώματος με τη ζωή
εκτρέπεται
κι εκτρέπει.


Για παράδειγμα, στην παραλαβή του κρατικού βραβείου της η Κική Δημουλά τον Μάϊο του 2011 είχε δηλώσει πως: «το βραβείο από την πολιτεία σημαίνει οτι σε ψήφισε ομόφωνα η πατρίδα». Είναι αυτό αληθές; Περνάει η αναγνώριση του ποιητή μέσα από κυβερνητικά βραβεία; Ή καλύτερα, οι κυβερνητικοί σχεδιασμοί κατέχουν την ισχύ της επισφράγισης μιας ποιητικής υπόστασης;

Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω «ποιητής».
Μην κλειστώ στο δωμάτιο
ν' αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουν τα ράματα στις φλέβες μου
κι από θολές αναμνήσεις κι ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις


Ίσως η Κατερίνα μην είχε ποτέ φανταστεί ποιήματά της να συμπεριλαμβάνονται σε σχολικά εγχειρίδια, πάντως ο καιρός που το γεγονός αυτό θα συμβεί ίσως πλησιάζει, αν δεν έχει ήδη φτάσει κρίνοντας από τις κυβερνητικές εξαγγελίες περί γενναίας ανανέωσης της διδακτέας ύλης. Θα πρόκειται για δικαίωση;

Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλιωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουν τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σ' αυτά
για να με τραγουδήσουν


Οι λέξεις της Γώγου ανήκουν στην ποίηση που την βρίσκεις εσύ, μονάχος σου, μονάχη σου, και δεν στην υποδεικνύουν την πρώτη ώρα μιας Δευτέρας. Η ποίησή της δεν είναι εσωτερικού χώρου, θέλει αλήτικα παπούτσια, θέλει ουρανό, θέλει χώμα. Πρέπει να πάλλεται και να φυτρώνει.

θ' αρπάξω πινέλα και κουβά
θα σηκώσουμε τα πλακόστρωτα
θα κάνω μια μεγάλη βροχή με προκηρύξεις
συνθήματα προτροπής
σφαίρες – λέξεις στο χαρτί
γράμματα με πέτσες κι αίμα
η ποίησής μας είναι ψυχοσωματική -
κανένας σας πιά δεν μπορεί να μας χωρίσει
και τη ζωή μου
κι όποιος κοτάει ας κάνει προς τα δω χειροβομβίδα
με τραβηγμένη περόνη


Πώς μπορεί να γίνει αντικείμενο λογικής μελέτης μια ποίηση ξέφρενη; Πώς θα τεμαχιστεί σε μερικά s.o.s εξεταστικής η ποίηση που τα έχει στείλει εν ζωή; 

κάθομαι και γράφω όπως οι οριστικά τρελοί 
στα χέρια του δημοσίου

Ο τίμιος φιλόλογος πρέπει να την κρύβει απ' τα παιδιά για να τους δώσει την ευκαιρία να την ανακαλύψουνε μια νύχτα γεμάτη άχτι, που θα 'χει το χρώμα του βυθού, έτσι ώστε τα λόγια της να γίνουν σωσίβιο να τους βαστάξει.

μ' αίματα ποιήματα μυαλά
και με στριγγλιές
ένας μακρύς μακρύς άσπρος επίδεσμος σημάδι μου της εμμονής
Σ' όλης της γης τα γκέτο


Όχι δεν θα πρόκειται για δικαίωση. Περισσότερο προδοσία θα θυμίζει. Εκτός βέβαια κι αν τα σχολεία πάψουν να παράγουνε τη πειθαρχία, τη βαθμολογική ιεραρχία. Τα παιδιά θα μπορούν να διαλέγουν τα βιβλία τους, κι όταν τους έρχεται γιατί όχι; θα μπορούν στη μέση του μαθήματος για τον Φουκώ να σηκώνονται και να χορεύουν.

αργά μεθοδικά
μας αλλοιώνουνε
να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή
από το στυλ της καρέκλας...

...

κάτω μωρέ τα χέρια από πάνω μου!
βγαίνω για να χορέψω


Μέχρι τότε χίλιες φορές η Γώγου να είναι σύνθημα στις τουαλέτες του σχολείου παρά να μαγαρίζεται σε εκπαιδευτικά κρατητήρια. Αν και, αν θέλουμε να είμαστε πιο ειλικρινείς, η φύτρα της ποίηση της Κατερίνας Γώγου δεν κινδυνεύει από το σύστημα της διδασκαλίας. Αν οι μηχανισμοί επιχειρήσουν να οικειοποιηθούν το έργο της, αν θελήσουν να αναστηλώσουν το ανήλιαγο ερείπιο που μέσα του κατοικούν οι λέξεις της θα εκπλαγούν, θα εκπλαγούν που:

η μπογιά δε θα πιάνει
ό,τι κι αν κάνετε
όσα κι αν δίνετε
τέτοιο άτιμο κόκκινο είναι το κόκκινο το δικό μας


Ζάφος Ξαγοράρης / Η λοξή τάξη
(εγκατάσταση στο αίθριο του Μπενάκη)




















___________________________________________________________

Το κείμενο διαβάστηκε από την Όλια Λαζαρίδου και Σταύρο Τσιώλη στην εκδήλωση που πραγματοποιηθήκε στις 4 Μαρτίου στο Θέατρο Εμπρός για την ποίηση της Μυρτώς και Κατερίνας Γώγου.