14/12/14

με χαλασμένο το πρόσωπο η γενιά μου


όλη η ανθρωπότητα είναι μια χήρα
που φροντίζει τον τάφο ενός που δεν αγάπησε
Σύσσημον


προσπάθησα να μπω στο μυαλό του Πάουντ
μπήκα κι έχασα το δικό μου
όταν τον άκουσα να λέει πως
η ποίηση πρέπει να αγνοεί επιδεικτικά τις συμπάθειές της
προπάντων αυτές, μου λέει
κι όσο για τις αντιπάθειες
να κλαις που δεν υπάρχουν καν για να τις προσπεράσεις

άκου τι μου είπε
το έργο δεν πρέπει απλά να διαχωρίζεται από το δημιουργό
το έργο πρέπει να μισεί το δημιουργό του
κι οι δρόμοι που οφείλεις να πάρεις είναι μπλεγμένοι από άντερα προβάτου

έλεγε έλεγε πως
πρέπει να έρθει η στιγμή που θα διαβάσεις το ποίημά σου
και θα σε κάνει να δώσεις συγχαρητήρια σε αυτόν που το έγραψε

άκου τι μου είπε
η ποίηση είναι ο χρόνος που ξεμένει από μπαταρία
και το τικ-τακ αργόσυρτο
τραβιέται με ηχώ
κι ο χρόνος πυκνώνει
γίνεται ατέλειωτος
έτσι που μοιάζει σαν την πρώτη μέρα στη δουλειά
σε μια δουλειά που δε θέλησες να έχεις
όντας για πάντα άεργος
όντας αιώνιος σπουδαστής που μελετάει
το μείζων ζήτημα του σηκώματος της τρίχας

έλεγε έλεγε πως
ο λόγος ο ορθός είναι ο νέος τρόμος
ο ακέραιος εαυτός η νέα φυλακή
ο προσδιορισμός ο απόλυτος περιορισμός
κι ο διάλογος η νέα καταδίκη

έλεγε έλεγε πως
η αγαθοσύνη του συνθήματος που ξεφωνίζει ότι
«η επανάσταση είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη»
πρέπει επιτέλους να τελειώσει
γιατί η μνήμη πρέπει να γίνει λήθη
να χάσει όλα της τα δεδομένα
να διασχίσει το βούρκο της ατέλειωτης πληροφορίας
να περάσει απέναντι με τη σχεδία
και να γίνει ουσία και συναίσθηση
μια ακλόνητη πεποίθηση κι όχι ισχυρισμός
μια πράξη που δε νοιάζεται για άλλοθι
ούτε και για πειστήρια
ούτε για την πειθώ

κι ας μου κάνει το σύννεφο γκριμάτσα να σταματήσω
τα πράγματα αυτά πρέπει να ειπωθούν
κι ας γίνει φασαρία στον Όλυμπο
έλεγε έλεγε πως
τον όρκο σιωπής τον πήρα
γιατί μια νύχτα άκουσα την πρώτη αστραπή να πέφτει
και πέφτοντας να λέει στη βροχή «εδώ να πέσεις»
γιατί μια νύχτα άκουσα το κούτσουρο μες στη φωτιά να μουρμουρίζει ότι 
«δεν ξέρω να γεννάω τη φωτιά μόνο να καταπίνω φλόγα ξέρω»
γιατί μια νύχτα είδα μέσα στα αποσιωπητικά να φυτρώνει η φράση
«η τέχνη δεν κρατάει κακία»

έλεγε έλεγε πως
η λέξη δεν είναι λέξη στην ουσία της
αλλά σιωπή που δεν τολμήθηκε
προαίσθηση ματαιωμένη
έρωτας που κατάγεται από το προξενιό

έλεγε έλεγε πως

αξίζει να απομακρυνθείς από τον βαρβαρικό όχλο
ξάπλωσε στο χορτάρι του Δεκέμβρη
κλείσε τα μάτια σου και εξασκήσου
νιώσε το σώμα σου μια λάβα να μπαίνει μες στα μάτια σου
νιώσε το σώμα σου να καίει το ίδιο σου το σώμα
προσπέρασε τον εαυτό σου κι άκου τον πώς ουρλιάζει να γυρίσεις πίσω
δες πώς είναι να ανήκεις στην τάξη που δεν έχεις
νιώσε το μίσος που αισθάνεται ο κέδρος για το κέρδος

νιώσε την αδιαφορία σου για τις ιδέες που θέλουν να αρέσουν
νιώσε την αδιαφορία σου για τις τέχνες που θέλουν να αρέσουν
νιώσε την αδιαφορία σου για τους ανθρώπους που φτιασιδώνονται

που αγαπούν επειδή τους συμφέρει
γιατί έχουν πιστέψει πως υπάρχει διαφορά ανάμεσα 
στην ανδρική και τη γυναικεία κολόνια

μέχρι που στο τέλος μου 'πε
για γύρνα να σε δω
ω νεαρέ
το πρόσωπό σου σκιάχτρο για τους ερωτευμένους




9/12/14

| Μονάχα η συγκίνηση αντέχει |


Ραντεβού τα μεσάνυχτα Τετάρτης. 
Εγώ, εσείς, και το μεγάλο κάθαρμα της ποίησης.





20/11/14

σκαρφάλωσα στην πλάτη μου και πέσαμε κι οι δύο

Ο υψηλός στοχασμός. Ο ρεμβασμός.
Ίσως αυτό λείπει από τη ζωή μας τούτες τις μέρες. 
Να αφήσουμε λίγο στην άκρη το βάρος μας 
κι όλη την παλιατζούρα που έχουμε φορτώσει. 
Να μη φτάσουμε στον προορισμό μας. 
Να βγάλουμε αλάρμ όπου βρούμε κι ύστερα να περπατήσουμε. 
Να κάτσουμε σε ένα παγκάκι σιωπηλοί. 
Να γείρουμε ελαφρώς το κεφάλι και να παρατηρήσουμε για λίγα λεπτά 
όχι κάτι συγκλονιστικό, απλά τα στάχυα. 
Να αποδράσουμε από την ατέλειωτη ροή της πληροφορίας. 
Κι αν δε βρούμε στάχυα μες στην πόλη
ας εστιάσουμε στο μυρμήγκι 
που με κόπο κουβαλάει το νεκρό του. 



Αυτό να κοιτάξουμε.
Να μας διδάξει πώς μπαίνουνε σε σειρά τα σκόρπια μας. 
Να βγούμε λίγο από την κοινωνία για να επανενταχθούμε στο περιβάλλον μας. 
Στην παντοτινή φθαρτότητα της καιρικής συνθήκης. 
Να βγάλουμε τις κενές κούτες, τα άδεια μπουκάλια ουίσκι
τα άδεια πακέτα τσιγάρα, το χαρτοπολτό
κι ότι άλλο χώσαμε μέσα μας για να μπαζώσουμε το κενό. 
Κι ύστερα εξαγνισμένοι σαν πυγμαίοι, να ριχτούμε μέσα του εμείς.

13/11/14

τι νόμιζες;



οι άνθρωποι αμίλητοι
στις αποβάθρες υπακούν
σε αρχιτέκτονα

η πέτσα δεν τσιμπιέται

κοίτα πώς περπατούν
μαζί τις κουβαλούν
τις πολυκατοικίες τους

η πατούσα το ισόγειο
το κεφάλι ρετιρέ
στον πέμπτο κάποιος παίζει πιάνο μες στο στήθος
η ηδονή στον τρίτο πάλι ξενοικιάστηκε

κι όταν με προσπερνούν
φαίνεται στην πλάτη τους να κουβαλούν
ένα ρημάδι φάντασμα

τη ρίξανε τη δίπλα πολυκατοικία
και τώρα μείνανε στον τοίχο της άλλης
οι ουλές παραλληλόγραμες του χωρισμού

κάτι λαχανί πλακάκια κάτω απ' το σβέρκο
ένα ντουλαπάκι με κουζινικά στο δεξί φτερό
ένας καθρέφτης που κρέμεται στην έκτη κουκίδα της σπονδυλικής

οι άνθρωποι τι νόμιζες αυτοκτονούν;
τα μάτια τους ανοίγουν και φουντάρουν από μέσα





22/10/14

μ' ακούς γεράκο;



κάθε πρωί στην ίδια στάση ρε γεράκο
ξυπνάω και σε αντικρίζω στο μπαούλο μου σκυφτό
θέλω να μπω μες στο μυαλό σου
να μάθω τι σε στεναχωρεί
έχει κρύο στη χώρα σου;
μήπως σώθηκαν τα ξύλα στο τζάκι πίσω σου;
και τα παπούτσια σου γιατί έχουν διαφορετικό χρώμα;
είσαι πάμφτωχος;
δεν έχεις χρήματα;
πεινάς;
για να δω
στολή εργασίας είναι αυτή που φοράς;
μήπως έχασες τη δουλειά σου σήμερα;
ή μήπως είναι οι πιτζάμες σου;
τι είναι ρε γεράκο;
είναι νύχτα έξω; 
δεν μπορείς να κοιμηθείς μόνος σου;
μήπως πέθανε η γυναίκα σου πρόσφατα;
μήπως το παιδί σου είναι στο ψυχιατρείο;
μίλα επιτέλους
πονάς κάπου;
κάθε μέρα σκυφτός δεν πιάστηκες;
κάθε νύχτα σκυφτός δεν πιάστηκες;
με ακούς που σου μιλάω;
άκου μια λέξη που διάβασα
"ηλιόνταλο"
την άκουσες;
μήπως σου λείπει το δεξί αυτί;
μου προκαλείς θλίψη το ξέρεις;
θέλω να μπω στη φωτογραφία να σου χαϊδέψω τη φαλάκρα 
αλλά δεν είμαι τόσο καλός άνθρωπος
κι εσύ έχεις αρχίσει να μου τη σπας
μου τη σπας, μ΄ακούς;
θέλω να μπω και να σε χαστουκίσω
ξυπνάω και μου χαλάς τη διάθεση
σήκωσε λίγο το κεφάλι σου
έχεις καταντήσει βαρετός
καλός κι ο πόνος 
με μένα μιλάς
αλλά όχι κι έτσι
μήπως ντρέπεσαι που κλαις;
καλά εμένα ντρέπεσαι;
εγώ που κατοικώ στην Ελλάδα;
δε βλέπεις τα αυλάκια μου στα μάγουλα;
τι νομίζεις τα 'σκαψε;
γιατί κρύβεσαι;
μήπως δε θες να βλέπεις άλλο την πραγματικότητα;
τι υπάρχει γύρω σου;
μοναξιά;
τι χρώμα έχουνε τα μάτια σου;
μοναξιά;
σου λείπουνε τα δόντια;
μοναξιά;
θα με τρελάνεις ρε γεράκο
μίλα μου λίγο
ένα δευτερόλεπτο μόνο
δεν έχω δει ποτέ παππού να κλαίει
με τρομάζεις ρε γεράκο